Το Αγρίνιον στην Επανάσταση τού 1821 -Θεόδωρου Ντετόπουλου Ομιλία

192
Θεόδωρου Ντετόπουλου Ομιλία
(Καθηγητού Φιλολόγου Γυμνασίου Αρρένων Αγρινίου)
 
{ Η Ομιλία έγινε στο Αγρίνιο στις 25 Μαρτίου 1950 }
 
«Μέσα στη φλόγα, τους καπνούς, το αίμα και τη φρίκη /
φτερούγιζε η Ελευθεριά, η Δόξα και η Νίκη» /   Θ.Ν.
 
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΝΤΕΤΟΠΟΥΛΟΣ τού ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ
Γεννήθηκε στον Πλάτανο Ναυπακτίας το 1900
και πέθανε στο Αγρίνιο το 1995.
   Ο Δήμος Αγρίνιου, με την ευκαιρία των Εκδηλώσεων για τα 181 χρόνια από την Απελευθέρωση τού Βραχωριού (11 Ιουνίου 1821) επανεκδίδη ομιλία τού καταξιωμένου καθηγητή – Φιλόλογου Θεόδωρου Ντετόπουλου, που εκφωνήθηκε την 25 Μαρτίου 1950 και τυπώθηκε στο Αγρίνιο, στο Τυπογραφείο Οδυσσέα Μπλίκα. Η επανέκδοση τής ομιλίας αφιερώνεται στη μνήμη του επνευσμένου ακαδημαϊκού δασκάλου, στον οποίο πολλοί Αγρινιώτες χρωστάμε την παιδεία τους, αλλά και το μπόλιασμα της ψυχής τους από τη βαθειά δημοκρατική ευαισθησία της σπάνιας προσωπικότητας του Θεόδ. Ντετόπουλου.
   Δεν έγινε καμμία επέμβαση στο κείμενο (πλήν τού μονοτονικού) και διατηρήθηκε η ορθογραφία και η σύνταξη τής γλώσσας εκείνης τής εποχής. Διαπιστώνεται ότι, παρά την μεγάλη βιβλιογραφία που αναπτύχθηκε τα επόμενα πενήντα χρόνια (1950-2002) γύρω από το θέμα, η γνώση και ο λόγος τού Θ. Ντετόπουλου εντυπωσιάζουν για την ενημέρωση, αλλά και την αμεσότητα και δραστηριότητα που αποπνέουν.
Ο Δήμος Αγρινίου ευχαριστεί
τον κ. Θεμιστοκλή Ντεντόπουλο για την άδεια
τής δημοσίευσης τής ”Ομιλίας”.
-Συγγραφή κειμένου : Θεόδωρος Ντετόπουλος (25.03.1950).
-Επιμέλεια φωτοανατύπωσης κειμένου : Ιωάννης Γ. Νεραντζής (05.06.2021).
 
«Το Αγρίνιον στην Επανάσταση τού 1821»
 
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
  Τις ημέρες αυτές τού εορτασμού τής Εθνικής Παλιγγενεσίας σκιρτά τού Έλληνος η καρδιά από ενθουσιασμό και αγαλλίασι και της φαντασίας του οι διόπτρες δυναμωμένες από της ψυχής του την δόνησιν προβάλλουν ενώπιόν του φανταχτερό το όραμα τών συγκλονιστικών εκείνων γεγονότων που απαρτίζουν τής Ελληνικής Επαναστάσεως την εκδήλωσι και ενισχύουν τής Εθνικής Τιμής και Υπερηφανίας το αίσθημα.
   Φυσική όθεν ανάγκη και συγχρόνως ιερόν καθήκον ευγνωμοσύνης μάς υποχρεώνει να αναπολήσωμεν τις περιπέτειες και τα βάσανα, τους αγώνες και τις θυσίες, τις οποίες με ασύγκριτον ηρωισμό και καρτερίαν υπέμειναν οι θρυλικοί εκείνοι ήρωες του ’21, για να χαρίσουν σε μας τους απογόνους των το ανεκτίμητο δώρον τής Ελευθερίας.
   Είναι πολύ δύσκολον σε όλη την έκτασι και την έντασι να παρακαλουθήση κανείς τού δύσμοιρου μεν, αλλά ψυχικώς ακατάβλητου λαού τής Πατρίδος μας, την αγωνία, τον πόνον, την απογοήτευσι στις ατυχίες και την χαράν, τον ενθουσιασμόν και την έξαρσιν στους θριάμβους και τις νίκες του.
   Και είναι δύσκολον το έργον αυτό γιατί απαιτεί επισταμένην τής Ιστορίας μελέτην, ευπάθειαν και ευαισθησίαν που να μπορούν να φθάσουν εις το ύψος τών περιστάσεων, ανιδιοτέλειαν και χαρακτήρος δύναμιν ικανήν να κατανοεί και τις πιο ευγενικές τής ανθρώπινης ψυχής παρορμήσεις.
   Είναι όμως παρ’ όλα ταύτα τόση η ωφέλεια και τόσον πλούσιοι οι καρποί τους οποίους αποκομίζει κανείς μελετώντας την εξαίρετη και λαμπρή Ελληνική Ιστορία, ώστε δεν πρέπει να θεωρηθή υπερβολή ότι μέσα στον ανθόκηπο αυτό της Εθνικής Ιστορίας θα αναπνεύση τον μυρωμένον αέρα τής Δόξης και τού Μεγαλείου και θα απορροφήση σαν τις μέλισσες άφθονο το μέλι τού αγαθού και τού ωραίου.
   Από την πεποίθησιν αυτήν εμφορούμενος θα επιχειρήσω να σκιαγραφήσω την δράσιν τής περιοχής τού Αγρίνιου και την συμβολήν στον υπέρ τής Ανεξαρτησίας αγώνα, πράγμα που ασφαλώς βρίσκει ανταπόκρισι στα γενικά τής φιλοπατρίας αισθήματα, εις τα οποία τόσον εις πλούτον όσον και εις θέρμην η ευγενής τού Αγρίνιου κοινωνία δεν υστερεί· ικανοποιεί δε συγχρόνως την φυσικήν περιέργειαν και διάθεσιν, που εξωθεί να γνωρίσωμεν τον τόπον αυτόν, με τον οποίον έχουν συνυφανθή τής ζωής μας η προκοπή και η μοίρα.
   Προτού προχωρήσω στην εξιστόρησι τών δραματικών σχετικών με την Επανάστασιν γεγονότων, ας μού επιτραπή να εκθέσω ολίγα αναφερόμενα στην αρχαία πόλη τού Αγρίνιου.
   Μερικοί τοποθετούν το αρχαίο Αγρίνιον κοντά στο Βλοχό, όπου διατηρούνται αξιόλογα ερείπια και τείχη, άλλοι κοντά στη σημερινή Σπολάϊτα ή πιθανώτερον -[και όντως ορθότερον]- δυτικά τού χωρίου Διαμαντέϊκα όπου διακρίνονται σπουδαία τείχη και ευρέθηκαν θραύσματα κιονοκράνων και άλλα ευρήματα.
   Το όνομα έλαβε [εκ τού Αγριωνίου πεδίου, ένθα οικίστηκε υπό τών Αγραίων η πόλις Αγρίνιον· αλλά εκφέρεται και η άποψη ότι την ονομασία έλαβε η πόλις] εκ τού Αγρίου ενός των τριών τέκνων τού Πορθέως βασιλέως τής Καλυδώνος.
  Το έτος 314 π.χ. αναφέρει η Ιστορία ότι οι Αιτωλοί κατέλαβον και κατέστρεψαν [την τών Αγραίων πόλι] Αγρίνιον. Τα ίχνη αυτού μόλις το 1600 μ.Χ. αναφαίνοται στην ιστορία, οπότε καθώς λέγεται ποιμένες εκ Βλοχού έκτισαν την νέαν πόλιν με το καινούργιο όνομα Βραχώρι.
   [Με αμφότερες τις επωνυμίες, «Vrahor» και «Vlahor», αναφέρει ο περιηγητής Εβλιά Τσελεμπί, το 1667 ή 1668, την πόλι, «Βραχώρη», ως την καταγράφει ο Ευγένιος Γιαννούλης ο Αιτωλός. Συγκεκριμένα, περί των δύο πολισμάτων, «Βραχώρη» και «Zapandi» [Ζαπάντη], η πλέον ενδιαφέρουσα μεσαιωνική μαρτυρία τού 17ου αι., από ιστορικής απόψεως και ιστορικής γραμματικής, είναι αυτή η υπό τού Αναστασίου Γορδίου (1654/5-1729) καταγεγραμμένη: «Κώμαι δέ τινές μόναι εισίν απολελειμμέναι, λίαν συνεσταλμέναι, δύο μέν αύται κατά μεσόγαιαν Ζαπάντη και Βραχώρη βαρβαρικώς ούτω καλούμεναι…». («Βίος Ευγενίου Ιωαννουλίου τού Αιτωλού υπό Αναστασίου Γορδίου», Νέος Ελληνομνήμων, 4, 1907, επιμέλεια Σπυρ. Λάμπρου, σσ. 27-80, σ. 34)]. [Συμπλήρωμα ιστορικό υπό Ιωάννου Νεραντζή].
   [Σημειωτέον εδώ ότι], στα χρόνια της δουλείας [και τού ραγιαδισμού] πολλοί Εβραίοι κατοικούσαν εις το Βραχώρι.
   Το 1750 περίπου το Βραχώρι έγινε πρωτεύουσα της μεγάλης περιοχής τού Κάρλελι. Εις το Βραχώρι εγκαταστάθηκαν τότε μεγάλες και ισχυρές Τουρκικές οικογένειες και μοιράσθηκαν μεταξύ των την εύφορη γη του.
   Ο Αλαήμ μπέης μουσελίμης τού Βραχωριού έκτισε [αναμεσίς τής λίμνης Τριχωνίδας και Λισιμαχίας] τα φερώνυμα ”γεφύρια τού Αλάμπεη”.
   Το 1770 όταν ο Ορλώφ ξεσήκωσε σε Επανάστασι την Πελοπόννησο εξεγέρθηκαν και της δυτικής Ελλάδος αι επαρχίαι. Ο οπλαρχηγός τού Αγγελοκάστρου Γεώργιος Γουλιμής ή Λαχούρης και τού Ξηρομέρου [οι οπλαρχηγοί] οι αδελφοί Χρίστος και Τσέλιος Γρίβας με 300 άνδρες επολιόρκησαν το Βραχώρι· πολυάριθμοι όμως Αλβανοί από την Ήπειρον κατελθόντες τους κατεδίωξαν και στου Αγγελοκάστρου την γέφυρα εσκοτώθηκαν όλοι πλην έξ (6), οι οποίοι και αυτοί κατόπιν εσφάγησαν. Η θέσις αυτή έκτοτε επήρε το θρυλικό όνομα «τών Γριβαίων τα κόκκαλα».
   Το 1775 ήλθε στο Βραχώρι και ο Άγιος Πάτερ Κοσμάς ο Αιτωλός όπου εκήρυξε τον Θειον Λόγον και ίδρυσε σχολείον.
   Όταν ο Αλή-Πασσάς των Ιωαννίνων έφθασε στην ακμή του πήρε στην εξουσία του και το Βραχώρι με την περιοχή του. Τριάντα σχεδόν χρόνια κρατούσε στα χέρια του ο Αλής το Βραχώρι, μέχρις ότου, αφού εστασίασε πολεμούσε κατά του Σουλτάνου.
     Η επανάστασι στο Αγρίνιο
  Ο Μπεχλιβάν-Πασσάς διορισθείς υπό τού Σουλτάνου διοικητής τής Ναυπάκτου, προχώρησε στο Βραχώρι και αφού έδιωξε τη λιγοστή τού Αλή-Πασσά τών Ιωαννίνων φρουρά, εγκατέστησεν Δερβέναγαν στο Βραχώρι τον περίφημον Τουρκαλβανόν Νούρκαν Σέρβανην με 1000 Αλβανούς οπλοφόρους.
   Αρχάς Μαρτίου τού 1821 έπεσαν οι πρώτοι πυροβολισμοί στη [θέση] ”Σκάλα τού Μαυρομμάτη”, στενό πέρασμα τού δρόμου που φέρνει από το Μεσολόγγι στη Ναύπακτο. Ο ενθουσιώδης οπλαρχηγός τού Ζυγού Δημήτριος Μακρής εκτύπησε Τούρκους στρατιώτας και κομιστάς τού Δημοσίου φόρου. Το γεγονός αυτό κατετρόμαξε τους Τούρκους Μεσολογγίου και φανέρωνε τον «ηλεκτρισμό» που επικρατούσε σε όλη την Ελληνική ατμόσφαιρα.
   Η Επανάστασις όμως εις τον νομόν μας εβράδυνε να κηρυχθή, γιατί στα Γιάννενα υπήρχε συγκεντρωμένος πολύς Τουρκικός στρατός, που μπορούσε να καταπνίξη οποιοδήποτε κίνημα και να ματαιώση κάθε προσπάθεια.
   Η Πελοπόννησος εν τω μεταξύ εφλέγετο από τα πυρά τού πολέμου, τού οποίου οι φλόγες επόμενον ήταν να παρασύρουν και τους αρματωλούς τού νομού μας [=Αιτωλο-Ακαρνανίας].
   Οι δισταγμοί διαλύονται, οι διαφορές λησμονούνται, αι συνεννοήσεις καρποφορούν και την 26 Μαΐου 1821 αποφασίζουν οριστικώς το ξεσήκωμα.
   Οι Τούρκοι κάτοχοι τού Μεσολογγίου και το μεγαλύτερο μέρος τής φρουράς, έντρομοι κατέφυγαν και κλείστηκαν στο οχυρό και πολυφρούρητο Βραχώρι.
 Οι Μεσολογγίται Έλληνες εδοκίμασαν κάποια ανακούφισι και αισιοδοξία άρχισε να φαιδρύνη τα μέτωπά των· οι Μεσολογγίται δεν περιμένουν· η ανυπομονησία των δεν συγκρατείται. Στο πρώτο εκ του μακρόθεν αντίκρυσμα Ελληνικών πλοίων ξέσπασε τής ψυχής των η θύελλα και στις 20 Μάίου η Ελληνική Σημαία κυματίζει υπερήφανα στο ελεύθερο Μεσολόγγι.
   Η ανησυχία των Τούρκων εις το Βραχώρι έφθασε στο απροχώρητον· δεν τους έμενε πια καμία αμφιβολία, ότι οι Έλληνες ραγιάδες θα κτυπήσουν.
   Ο Δερβέναγας των Κραββάρων Ταχήρ-Παπούλιας περίτρομος εγκαταλείπει την επαρχίαν του και σπεύδει κι αυτός με 800 οπλοφόρους να ζητήση προστασία εις το Βραχώρι. Οι 5.000 οπλοφόροι και τα μεγάλα και οχυρά σπίτια τού Βραχωρίου δεν τους φαίνονται αρκετά για την άμυνα. Μόνον η ελπίδα αποστολής βοήθειας τούς συγκρατεί.
   Τέλος η καταιγίδα εκρήγνυται, τα κύματα της οργής των μυριοβασανισμένων σκλάβων ορθώνονται απειλητικά, έτοιμα να παρασύρουν κάθε αντίστασιν.
  Στις 26 Μαΐου, σπεύδει ο αρματωλός τού Βλοχού Αλέξης Βλαχόπουλος με 500 οπλοφόρους και καταλαμβάνει στο βόρειο μέρος τού Βραχωρίου, το ”Παλαιό κάστρο”.
   Την άλλη μέρα έφθασε ο οπλαρχηγός [τής περιφέρειας] τού Ζυγού Δημήτριος Μακρής και με 700 άνδρας εσταμάτησε στα λεγάμενα ”γεφύρια τού Αλάμπεη”.
   Το ίδιο βράδυ στο Ντουγρί με 700 άνδρες έφθασεν και ο οπλαρχηγός τών Κραββάρων και Αποκόρου [=Αποκούρου] Κώστας Σιαδήμας και του Ξηρομέρου Θεόδωρος Γρίβας.
   Την αυγήν, στις 28 Μαΐου πριν ξημερώση με αλλαλαγμούς και φρενητιώδη ενθουσιασμό οι επαναστατημένοι Έλληνες επετέθησαν αιφνιδιαστικούς εκ διαφόρων σημείων και κατέλαβαν τα απόκεντρα σπίτια τής πόλης τού Βραχωρίου. Ήταν ραμαζάνι και οι Τούρκοι αγρυπνούσαν και έτρωγαν τα φαγητά των. Εκείνη την στιγμή έντρομοι και απαράσκευοι εγκατέλειψαν τα πάντα και έσπευσαν να κρυφτούν στο Σεράγι. Οι Βραχωρίτες Έλληνες οπλισμένοι έτρεξαν να συναντήσουν τους αδελφούς των για να πολεμήσουν μαζύ των.
   Οι φωτιές των καιομένων τουρκικών σπιτιών [μέσα στην πόλη] έσπερναν [στις πολιορκούμενες τουρκικές οικογένειες] τον τρόμον και την αγωνίαν· και οι κραυγές και οι πυροβολισμοί των Ελλήνων προκαλούν μεγάλην ταραχήν και γενικήν σύγχυσιν.
   Οι Τούρκοι και μάλιστα το σώμα τού Δερβέναγα Νούρκα Σέρβανη αγωνίσθηκαν με σθένος και ανδρεία εις το Σεράγι· αλλά την νύκτα το εγκαταλείπουν για να αποσυρθούν σε άλλα περισσότερον οχυρά οικήματα, όπου ήλπιζαν πολύ χρονικό διάστημα να αντέξουν.
   Τότε ο πονηρός και παλίμβουλος Νούρκας Σέρβανης διελάλησε με κήρυκα ότι τάχα ήθελε να συνεννοηθή με τους Έλληνες και έστειλε προς τούτο τον ανεψιόν του με σκοπόν να εξακριβώση την πραγματικήν δύναμι τών Ελλήνων και την σημασίαν και την έκτασιν τού κινήματος.
   Ήλπιζεν επίσης ότι θα κατώρθωνε να χρονίση ο αγώνας και να επιβραδυνθούν οι επιχειρήσεις μέχρις ότου ελάμβανε από τα Γιάννενα ενισχύσεις.
   Οι Έλληνες όχι μόνον απέκρουσαν υπερήφανα τις προτάσεις του, αλλά συγχρόνως επιτηδείως έσπερναν ζιζάνια και διχόνοιες μεταξύ των εχθρών. Παρήγγειλαν εις τον Νούρκαν, ότι αυτοί μόνον τους Τούρκους πολεμούν, όχι τους Αρβανίτες και ότι ήσαν πρόθυμοι να επιτρέψουν εις αυτόν να φύγη με τους άνδρες του ανενόχλητος και μάλιστα ότι θα προστάτευαν μέχρι το Μακρυνόρος την πορείαν του.
   Οι Τούρκοι ετοιμάζονταν να κάνουν νέες αντεπιθέσεις, αλλά την προσπάθειαν αυτήν αναχαίτισαν νέα σώματα οπλοφόρων που έφθασαν στο Βραχώρι με αρχηγούς τον Ανδρέαν Ίσκον και Γεώργιον Βαρνακιώτην.
   Οι πολιορκηταί συνεποσόθησαν τότε εις 4.000 αριθμός σημαντικός που φανερώνει την προθυμίαν και τις φλογερές πατριωτικές διαθέσεις τών Ελλήνων του νομού μας.
   Παρ’ όλα ταύτα γενική απογοήτευσις και αγωνία κατέλαβε τους πολιορκούντας Έλληνας όταν επληροφορήθηκαν, ότι δεν υπήρχε μπαρούτι ούτε για ένα φυσύγγιο· η απελπισία των εκορυφώθη και το γεγονός τούτο θα είχε θλιβερά επακόλουθα, εάν κάποια ευτυχής και παράδοξος σύμπτωσις δεν έσωζε την κατάστασιν.
   Τις ημέρες εκείνες είχε φθάσει στο Μεσολόγγι ένα αγγλικό πλοίο φορτωμένο μπαρούτι για να πωληθή στους Τούρκους, στην Πάτρα.
   Όταν ο πλοίαρχος Χέντερσον έμαθε την πολιορκία τού Βραχωριού τόσο ενθουσιάσθη ώστε λησμόνησε τους εμπορικούς του σκοπούς ξεφόρτωσε το φορτίον και επί πλέον ένα μικρό πυροβόλον.
   Οποία υπήρξεν η χαρά και η αγαλλίασις των πολιορκητών, όταν αντίκρυσαν την σωτήριον πράγματι προσφοράν τού Άγγλου Χέντερσον, του οποίου την εκτίμησιν και φιλίαν ιδιαιτέρως προσήλκυσεν ο αλύγιστος αρματωλός του Βλοχού Αλέξης Βλαχόπουλος με την αγγλικήν γλώσσαν, που γνώριζεν να ομιλή και με την οποίαν επέτυχεν να μεταβάλη τον αδιάφορον κάπως κατ’ αρχάς απροσδόκητον ξένον επισκέπτην σε θερμόν τών Ελληνικών δικαίων υπερασπιστήν και συνήγορον.
   Οι Τούρκοι μολονότι η πείνα άρχισε να θερίζη τας τάξεις των και μεγάλη απελπισία επίεζε τα στήθη των παρέτειναν με υπομονήν και καρτερίαν την αντίστασιν, χωρίς καμμία ακόμη στο νου τους να γεννηθή ιδέα για συνθηκολόγησι ή παράδοσι.
   Έξαφνα ο περιβόητος αρχηγός τής φρουράς Νούρκας Σέρβανης επρότεινε μυστικά συνεννόησι με τη συμφωνία να φύγη ανενόχλητος από το Βραχώρι μαζί με τους χίλιους περίπου ένοπλους Αρβανίτες του.
   Τη συμφωνία αυτή επληροφορήθηκαν με κατάπληξη με απόγνωσι και δικαία αγανάκτησι οι υπολοιπόμενοι Τούρκοι, οι οποίοι με την ελπίδα ότι την τελευταία στιγμή ήταν δυνατόν να εκδικηθούν την προδοσία του Νούρκα και να προκαλέσουν έχθρα και σύγκρουσι μεταξύ αυτού και τών Ελλήνων, παρήγγειλαν εις τον Αλέξιο Βλαχόπουλον, ότι ο Νούρκας ξεγυμνώνει τα σπίτια από ό,τι πολύτιμο είχαν και παίρνει τα χρυσαφικά των… και ότι επομένως οι Έλληνες δεν θα μπορέσουν να βρουν κανένα λάφυρο, όταν θα μπαίνουν στην πόλι.
   Οι Έλληνες τότε ανήγγειλαν με ντελάλη, ότι θα σκοτώνουν οποιονδήποτε Αλβανό θα εύρισκαν να έχη μαζί του ξένη περιουσία.
   Ο Νούρκας Σέρβανης υποσχέθηκε ότι θα επιστρέψη τα κλεμμένα και την νύκτα εδραπέτευσε με 150 οπαδούς του.
   Οι Έλληνες αμέσως έστειλαν εναντίον του τον Κώστα Βλαχόπουλον και ειδοποίησαν τον οπλαρχηγόν τής Ευρυτανίας Γιολδάσην, ο οποίος κατέστεψε το [στρατιωτικό] σώμα τού Νούρκα και τον ίδιο αιχμαλωτισθέντα συνέλαβε.
   Την 11 Ιουνίου 1821 παρεδόθηκε το Βραχώρι, το ισχυρό αυτό προπύργιο της Στερεός και η νίκη στεφάνωσε τα γενναία Ελληνικά όπλα.
   Μερικοί άτακτοι εκδικούμενοι τους Εβραίους που είχαν σκοτώσει τον ιερέα Παπά Αλέξη Δηματά, αφού τον τύφλωσαν με αγκάθια, εσκότωσαν πολλούς και με την πράξιν των αυτήν επεσφράγισαν το μίσος που προ πολλού εχώριζε τις δύο φυλές.
   Η μάχη του Ζαπαντίου
   Οι Έλληνες ξεκίνησαν ευθύς κατόπιν για το Ζαπάντι, όπου απεφάσισε να αντισταθή ο γενναίος των Τούρκων αρχηγός Ζουλφικάραγας με 300 μόνον οπλοφόρους έχοντας εμπιστοσύνη στην εξαιρετική οχύρωση τού Ζαπαντίου και στηριζόμενος στην ελπίδα για την από την φρουράν τής Άρτας ενίσχυσίν του.
   Την 16 Ιουνίου ο εκλεκτός των Ελλήνων οπλαρχηγός Αλέξης Βλαχόπουλος επί κεφαλής 2.000 περίπου ανδρών ενήργησεν ορμητικά έφοδο, αλλά αποκρουσθείς αναγκάσθηκε να προβή σε στενή των φρουρίων πολιορκία.
  Ένα μεγάλο τείχος (ορθώνονταν σαν προπέτασμα αδιάρρηκτο μπροστά στους πολιορκητάς και κατεδίκαζεν αυτούς σε απραξία· τέλος, με κάποια υπόνομο ανετίναξαν και εκρήμνισαν μέρος τού τοίχου και νέα έφοδο αποφασιστική και πεισματώδη εξετέλεσαν, αλλά και αυτή πάλιν αποκρούσθηκε.
   Οι Τούρκοι ενθαρρυνθέντες επροχώρησαν και το Ελληνικό μέτωπο άρχισε να λυγίζη και να κλονίζεται. Η στιγμή ήταν κρίσιμη και ο αγώνας κινδύνευε να μεταβληθή σε φυγή ατιμωτική και επονείδιστη.
 Την στιγμήν εκείνην ο γενναίος οπλαρχηγός Αλέξης Βλαχόπουλος μέσα από μια προμαχώνα αντίκρυζε τους Τούρκους που ζύγωναν. Κοντά του ήταν τοποθετημένο ένα μικρό πυροβόλο. Οι Τούρκοι αφού επλησίασαν εσκότωσαν και τον μόνον αποζώντα εκ των πυροβολητών του.
   Άφευκτα θα επακολουθούσε και του Βλαχόπουλου το μοιραίο, αν κάποια επιδέξια και ατρόμητη κίνησί του δεν έφερνε το απροσδόκητο αποτέλεσμα.
   Στην ομάδα των Τούρκων που κοντοζύγωνε διέκρινε από τη χρυσή στολή του τον αρχηγό τών Τούρκων Ζουλφικάραγα. Με μεγάλη προσοχή και ψυχραιμία τον εσκόπευσε και πέτυχε ευτυχώς το ποθούμενον.
   Ο Ζουλφικάραγας σωριάστηκε στο χώμα νεκρός και οι περί αυτόν έτρεξαν να τον σηκώσουν.
   Οι Έλληνες τότε συνέρχονται από την πρώτη ταραχή και τη σύγχυσι ξαναγυρίζουν και με θάρρος ώρμησαν εναντίον εκείνων που περιστοίχιζαν τον νεκρόν. Οι Τούρκοι λυγίζουν και τρέχουν άπρακτοι στο Ζαπάντι.
   Την άλλη μέρα παρεδόθηκαν όλοι με την συμφωνία να φύγη όπου ο καθένας των ήθελε.
   Αυτό το τέλος είχε και η δεύτερη φάση τού μεγάλου αγώνος που προσέφερε στην Επανάστασι ανεκτίμητη υπηρεσία και ελάμπρυνε και εδόξασε τα Ελληνικά όπλα.
   Η αθάνατη λαϊκή Μούσα εξύμνησε τα δύο αυτά εξαιρετικά κατορθώματα με το εξής τραγούδι:
Σ’ όλον τον κόσμο ξαστεριά  /
σ’όλον τον κόσμο ήλιος  /
και το Ζαπαντο-Βράχωρο  /
όλο καπνός κι αντάρα  /
Καπεταναίοι το καίγανε  /
καπεταναίοι το καίνε  /
μια μπεϊγοπούλα φώναξε  /
μια μπεϊγοπούλα κράζει:  /
Πάψε Νούρκα μ’ τον πόλεμο /
πάψε και το ντουφέκι…  /.
   Τα επακόλουθα
   Μετά τις νίκες αυτές οι οπλαρχηγοί τού Νομού μας κατέλαβαν τα ”στενά τού Μακρυνόρους” και εξασφάλισαν την κατοχή και την ησυχία τού τόπου.
  Η ”συνέλευσις” που έγινε κατόπιν στο Βραχώρι συνέστησε ”Προσωρινή Διοίκησι” με την ονομασία “Γερουσία τής Δυτικής Ελλάδος” · τακτοποίησε κάπως τα στρατιωτικά και διώρισε χιλιάρχους.
   Ο κίνδυνος όμως δεν είχεν παρέλθει, ο αγώνας μόλις είχεν αρχίσει, σύννεφα βαριά και κατασκότεινα προερχόμενα από την Ήπειρο απειλούσαν καινούργια καταιγίδα.
   Η ”Γερουσία” και οι ”πρόκριτοι τού Βραχωριού”, [το φθινόπωρο τού 1822], πήραν μια σκληρή αλλά πραγματικά ηρωική απόφασι: Να κάψουν εξ ολοκλήρου τα σπίτια και να εγκαταλείψουν την πόλιν τού Βραχωριού, για να μην σταθμεύση εκεί ο εχθρός ευρίσκοντας τροφές και οικήματα.
   Κατόπιν οι άλλοι Βραχωρίτες κατέφυγαν στα μικρά νησιά τής λίμνης Λυσιμαχίας, άλλοι δε κατευθύνθηκαν προς την Άρταν για να κινήσουν σε Επανάστασι και τα μέρη εκείνα.
   Εκεί όμως Τουρκικός στρατός, εφορμήσας την νύκτα, ευρήκεν αυτούς κοιμωμένους και πολλούς μεν εσκότωσε, μερικούς συνέλαβε ζώντας και τους άλλους ανάγκασε να σκορπισθούν στα γύρω βουνά και δάση.
   Τέλος, οι κάτοικοι τού Βραχωριού και των περιχώρων δεν έπαυσαν να λαμβάνουν συνεχώς μέρος και σε άλλες επιχειρήσεις και να προσφέρουν με αυτοθυσία και προθυμία την συνδρομήν των.
   Τέτοιοι ήσαν οι αγώνες και αι θυσίαι που εχρησίμευσαν για να ευοδωθή και καρποφορήση η μεγάλη και ένδοξη Ελληνική Επανάστασις.
   Επίλογος
 
   Οι πατέρες μας εκείνοι αντλούντες δύναμιν και πνοήν από την αστείρευτη πηγή τής Πίστεως στα αιώνια και ακατάλυτα ιδανικά τής ΠΑΤΡΙΔΟΣ τής ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ και τής ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, δεν εδίστασαν να προσφέρουν ό,τι πολύτιμον είχαν και αυτήν τήν ζωήν των.
   Το παράδειγμά των αποδεικνύει ότι η ανθρωπίνη ύπαρξις αποκτά νόημα και αξίαν και βρίσκει την πλήρη ηθικήν της δικαίωσιν μόνο όταν αγωνίζεται και παλαίει για κάτι υψηλό, ευγενικό και ωραίο, και ότι την πάλην αυτήν κατευθύνει και ευλογεί υπέρτατος τής Θείας Βουλήσεως Νόμος.
   Ομολογώ ότι σε ελάχιστες μόνον πτυχές τού πολυκυμάντου αγώνος τού τόπου αυτού κατώρθωσα να προσεγγίσω και με εντελώς άχρωμες γραμμές την μεγαλοπρέπειαν τών εικόνων να εμφανίσω.
   Τα λόγια όμως αυτά όσον άτονα και αν ήσαν, έχω πεποίθησιν ότι τα συνεπλήρωσεν γοργή και πλούσια τών ακροατών φαντασία στηριγμένη πάνω σε φτερά που τα φλόγιζε τής ψυχής των η θέρμη.
Γιατί θέρμη και πυρετός, παραλήρημα και ξεφάντωμα, έκστασι και μεθύσι τραντάζουν τις Ιερές αυτές στιγμές, την ύπαρξη κάθε αγνού και γνήσιου Έλληνος Πατριώτου.
   Οι φωτεινές αναμνήσεις τού παρελθόντος ζυμώνονται και ξαναπλάθονται για να δώσουν κάθε φορά τα υλικά που θα κτισθούν τής Εθνικής μας λατρείας οι Εκκλησιές και τών ευγενεστέρων ιδεωδών μας τα μαγικά παλάτια.
   Οι ανεκτίμητες παραδόσεις τής Φυλής μας, η Χριστιανική Πίστις, οι μαρτυρικοί αγώνες και θυσίες τών Πατέρων μας και η φανταχτερή λάμψη τού πνεύματος τών προγόνων μας αποτελούν την ιερόν Κιβωτόν που διέσωσεν, διασώζει και θα διασώζη την πολύτιμον Κληρονομιάν μας από τους Κατακλυσμούς τών ψυχοφθόρων και αντεθνικών κηρυγμάτων και από τα άγρια κύματα τών μοχθηρών και ύπουλων εχθρών μας.
   ΜΗ ΦΟΒΗΣΘΕ !
μέσα στη νεροποντή που μας κατακλύζει· μην ΠΤΟΗΣΘΕ από τις αστραπές και βροντές που μας περιζώνουν· ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΘΕ τις θύελλες και τις καταιγίδες που απειλούν και μάς φοβερίζουν· πάντα κάποιο ΑΡΑΡΑΤ μάς προσμένει, όπου θα έρθη με τής εληάς το κλωνάρι τής ΕΙΡΗΝΗΣ και ΑΓΑΠΗΣ το περιστέρι και τότε, αι! τότε:
   Καινούργιους κόσμους η ΕΛΛΑΣ θε να πλάση  /
      με τής ΑΓΝΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΗΣ την ζ ύ μ η ·  /
      και ΞΑΝΑ ΤΟ ΛΑΜΠΡΟ όνομά της  /
   των χρόνων η αγέραστος μνήμη /
   ΜΕΣΟΥΡΑΝΙΣ Θ’ ΑΝΕΒΑΣΗ!  /
ΤΕΛΟΣ