Καλύβια: Ετήσιο Μνημόσυνο για τους 59 εκτελεσθέντες του 1944

264
Πραγματοποιήθηκε σήμερα το πρωί στα Καλύβια Αγρινίου το ετήσιο μνημόσυνο,   που διοργανώνει κάθε χρόνο ο Δήμος Αγρινίου σε συνεργασία με την Τ.Κ.  Καλυβίων, για τη μνήμη των 59 πατριωτών που εκτελέστηκαν ομαδικά από τους Γερμανούς, στις 31 Ιουλίου του 1944.

 

Το επίσημο Μνημόσυνο για τα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας τελέσθηκε το πρωί στον Ι.Ν Αγίου Νικολάου Καλυβίων, ενώ ακολούθως ο ιερέας π.Θεοδόσιος Αθανασόπουλος έψαλλε τρισάγιο στη μνήμη των θυμάτων των πρόσφατων φονικών πυρκαγιών στην Αττική.
Στη συνέχεια παρουσία των αρχών και πλήθους κόσμου, τελέσθηκε επιμνημόσυνη δέηση στον τόπο θυσίας, όπου και βρίσκεται το Μνημείο των Πεσόντων αγωνιστών. Η κεντρική ομιλία έγινε από την Αντιδήμαρχο Πολιτισμού κα Μαρία Παπαγεωργίου, η οποία τόνισε χαρακτηριστικά:

Σεβαστό Ιερατείο, Κύριε Δήμαρχε Aγρινίου,  κ. Αντιπρόεδρε της Βουλής των Ελλήνων, Κύριοι Εκπρόσωποι Πολιτικών και Στρατιωτικών/Αρχων,  Κύριοι Εκπρόσωποι Αντιστασιακών Οργανώσεων, Σεβαστοί Συγγενείς των Εκτελεσθέντων και των Απαγχονισθέντων Πατριωτών, στις 31 Ιουλίου 1944 (σ’ αυτήν εδώ τη θέση), από τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής,
Αγαπητοί συμπολίτες και συμπατριώτες,
Όσον αφορά στα γεγονότα της εποχής και όπως τα ιστορεί ο Θανάσης Κακογιάννης στο βιβλίο του «Μνήμες και Σελίδες της Εθνικής Αντίστασης, Αγρίνιο Δυτική Στερεά Ελλάδα», έχουν ως εξής:
Σε όλη τη διάρκεια του 1944- μέχρι την απελευθέρωση- οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής δέχονταν αλλεπάλληλα κτυπήματα στην περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας.
Ως αντίποινα και για να τιθασεύσουν το μαχητικό φρόνημα του αγωνιζόμενου λαού, οι Γερμανοί κατέφευγαν σε μαζικές εκτελέσεις.

Στις 29 Ιουλίου 1944 στο σιδηροδρομικό σταθμό Καλυβιών ανατινάχτηκαν από πατριώτες της περιοχής δυο καμιόνια γεμάτα άνδρες των Ες-Ες. Τα καμιόνια μετέφεραν περίπολο για τον έλεγχο των τηλεγραφικών καλωδίων στην περιοχή των Καλυβιών. Η ανατίναξη είχε ως αποτέλεσμα να σκοτωθούν οι Γερμανοί οι οποίοι επέβαιναν και οι Έλληνες να αποκομίσουν πολλά λάφυρα.

Τότε οι Γερμανοί αντέδρασαν με το δικό τους «ιδιαίτερο τρόπο».
Στις 31 Ιουλίου 1944 παρέλαβαν από τις φυλακές «Παναγόπουλου Αγρίνιου» 60 ομήρους πατριώτες και με ισχυρή συνοδεία θωρακισμένων τους έφεραν εδώ στον τόπο όπου είχε προηγηθεί το σαμποτάζ, παρέταξαν τους 55 και τους εκτέλεσαν και 4 τους κρέμασαν στους τηλεγραφικούς στύλους που βρίσκονταν στο σημείο αυτό.
Ο Πάνος Πάσχος, φλογερός πατριώτης της πλατείας Χατζοπούλου Αγρίνιου, σύμφωνα με αφήγηση αυτόπτη μάρτυρα-του σταθμάρχη Καλυβιών Γεωργίου Ξύδη- τη στιγμή που ο Γερμανός δήμιος τον πλησίασε για να του περάσει τη θηλιά, την έβαλε μόνος του στο λαιμό και έδωσε μια κλωτσιά στο Γερμανό φωνάζοντας ταυτόχρονα «ζήτω η Ελλάδα!!»

Οι άλλοι 3 που απαγχονίστηκαν, ήταν:
-Ο Γιάννης Μαυρέλης από τη Λεπενού
-Ο Γιάννης Παπαιωάννου (ΚΑΠΕΤΑΝ ΔΙΑΣ) από τον Αβαρίκο Θέρμου και
-Ο Αποστολής Τσιαπούρης (ΚΑΠΕΤΑΝ ΒΑΚΧΟΣ) από την περιοχή Καρπενησιού Ευρυτανίας.
Δυο ημέρες έμειναν άταφοι οι νεκροί «προς παραδειγματισμόν» σύμφωνα με τους ορισμούς των επιδρομέων…
Κυρίες και κύριοι,
59 Έλληνες πατριώτες θυσιάστηκαν σάυτον εδώ τον τόπο.
Η θυσία τους δεν ήταν άσκοπη. Σε 45 ημέρες, από τις εκτελέσεις και τους απανχονισμούς ήρθε η απελευθέρωση του Αγρίνιου και των περιχώρων από τις δυνάμεις του απελευθερωτικού στρατού και τότε έσπευσαν συγγενείς,  φίλοι, συναγωνιστές, πατριώτες και προσκύνησαν αυτόν τον τόπο της θυσίας που τιμούμε όλοι εμείς σήμερα διότι τους αξίζει η μέγιστη τιμή-και η μεγαλύτερη τιμή είναι η αιώνια μνήμη !!
Η θυσία των αγωνιστών του μεγάλου αυτού αγώνα, είναι για μας σήμερα υπόμνηση της αίσθησης της ευθύνης μας απέναντι στην πατρίδα.

Επέτειοι σαν τη σημερινή αποτελούν αφορμή αφ’ ενός μεν για την ανάκληση του κλέους των αγωνιστών της Ελευθερίας και της Ανεξαρτησίας της πατρίδος μας, αρχής γενομένης από την αρχαία Ελλάδα και τις μάχες εναντίον των Περσών, τις θυσίες των αγωνιστών του Εικοσιένα, του Δώδεκα και του Δεκατρία, τις θυσίες των πατριωτών του ’40, αφ’ ετέρου δε, αποτελούν αφορμή να τονίσουμε μια «μεγάλη αλήθεια» για τον καθένα από μας ξεχωριστά. Μια αναντίρρητη αλήθεια που λέει πως: η προσήλωση στα ιδανικά της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας πρέπει να αποτελεί σκοπό για κάθε άνθρωπο, διότι η ευτυχία και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια εξασφαλίζονται πλήρως μόνο μέσα σε ένα περιβάλλον ελευθερίας.
Προϋπόθεση επομένως για τη ζωή ενός λαού είναι η εθνική ελευθερία.

Ως χρέος τιμής λοιπόν, προς τους αγώνες των προγόνων μας, αλλά και ως έκφραση της ανάγκης των Ελλήνων για την Ελευθερία, οφείλουμε να διακηρύξουμε ότι η Πατρίδα μας, θα συνεχίσει να  βαδίζει στον δρόμο των υψηλών ιδανικών, προάγοντας την ειρηνική συνύπαρξη και ευημερία μεταξύ των λαών.
Η Αντίσταση εναντίον του Γερμανού κατακτητή πρέπει να είναι για μας από τις υψηλές παρακαταθήκες που μας κατέλυσαν οι πρόγονοί μας. Οι πρόγονοί μας, μας κληροδότησαν αρχές και αξίες ελευθερία, αυτοδιάθεση, δημοκρατία, αξιοπρέπεια κοινωνική δικαιοσύνη, και ακριβώς σ’ αυτή την κληρονομιά των αρχών και αξιών έχουμε ιστορικό καθήκον να ανταποκριθούμε.
Αυτές τις αρχές και αξίες πρέπει να τις διατηρήσουμε ζωντανές, με πράξεις και όχι με λόγια, εναντίον οποιοσδήποτε επιβουλής.
Έχουμε ιερή υποχρέωση όχι μόνο να προστατεύουμε και να αξιοποιούμε αυτή την τόσο ακριβά πληρωμένη με αίμα και θυσίες κληρονομιά, αλλά να διαφυλάττουμε και να υπερασπιζόμαστε κάθε σπιθαμή της αιματοβαμμένης ελληνικής γης.
Η Ελλάδα λόγω της στρατηγικής της γεωγραφικής θέσης, του ορυκτού της πλούτου, του πολιτισμικού και πολιτιστικού της πλούτου είναι μια χώρα ισχυρή. Είναι μια χώρα που πρέπει να αποτελεί παράγοντα ειρήνης και δημοκρατίας, ανάπτυξης και ευημερίας στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Η Ελλάδα πρέπει να προβάλλει τη θέση της αυτή να μιλά με όρους σταθερότητας, συνεργασίας και γιατί όχι υπεροχής. Σε μια εποχή αλλαγών και αβεβαιότητας, οι σύγχρονοι Έλληνες οφείλουμε να αποδεικνύουμε στην πράξη ότι εμπνεόμαστε σταθερά από τις ίδιες πανανθρώπινες αξίες που όπλισαν τους αγωνιστές της Ανεξαρτησίας.
Γι αυτό ημέρες σαν τη σημερινή, ας αξιοποιήσουμε την ευκαιρία που έχουμε να αναλογιστούμε τι κατάφερε ο ελληνικός λαός, όχι μόνον το 40, αλλά καθ’ όλη τη διάρκεια της μακραίωνης ελληνικής
ιστορίας. Τα κατορθώματα αυτά να μας εμπνέουν και χάρη σε αυτά να αισιοδοξούμε διότι αυτός ο τόπος, αυτή η χώρα, αυτός ο λαός.
Και θα ήθελα να κλείσω με όσα αναφέρει χαρακτηριστικά, ο Έλληνας Πανεπιστημιακός διαπρεπής καθηγητής Ιωάννης Κακριδής:
«Να αντλήσουμε παραδείγματα από τον αγώνα αυτών των ανθρώπων που αγωνίστηκαν για τη λευτεριά και την ανεξαρτησία μας, προκειμένου να οδηγήσουμε την πατρίδα ακόμη mo ψηλά; να έρθει η ώρα που οι Έλληνες θα σέρνουν έναν μόνο χορό, τον ελληνικό; μέσα στο φως του ελληνικού ουρανού, όρθιοι και περίφανοι, σαν τα’ αρχαία αγάλματα, ακεραιωμένοι, πολίτες ελεύθεροι μιας πολιτείας όπως την ονειρεύτηκαν οι φωτισμένοι Έλληνες σε όλους τους αιώνες της ιστορίας μας»,
Σας ευχαριστώ!»
Στη συνέχεια ο κ. Μάκης Γερολυμάτος, Φαρμακοποιός, Ιστορικός ανέγνωσε κείμενο με έντονα αναφορικά στοιχεία στα γεγονότα της εκτέλεσης των Ελλήνων πατριωτών κυρίως όπως έχουν διασωθεί από τους θρύλους.
ΕΝΑΣ ΘΡΥΛΟΣ.
Ένα κείμενο του Γερ., Γερολυμάτου.
Ανάμεσα από μερικές εφημερίδες του αγώνα, που έτυχε να πέσουν στα χέρια μου, βρήκα μερικό χειρόγραφα που δεν ξέρω ποιος τάγραψε και πως βρέθηκαν εκεί πέρα. Αυτό βέβαια δεν μας ενδιαφέρει και πολύ. Εκείνο μονάχο που έχω να σας πω είναι πως στο χειρόγραφο είναι γραμμένη μια ιστορία που μοιάζει σαν παραμύθι. Ισως νάναι και κανένας θρύλος, ποιος ξέρει…. Ο βλογημένος δεν μας κατατοπίζει σχετικό. Πήρα λοιπόν κι εγώ και την αντέγραφα γιατί τα χειρόγραφα είχαν αρχίσει να τρίβονται. Ακούστε λοιπόν
Οι δυό αντάρτες κουρασμένοι απ’ τη πορεία έπεσαν να κοιμηθούν. Ο ρυθμικός κρότος που έκανε το νερό, καθώς έπεφτε στη φτερωτή του μύλου γρήγορα τους αποκοίμισε. Ήταν φίλοι προτού ακόμα βγουν στο βουνό, παιδιά της ΕΠΟΝ. Η φιλία τους σφυρηλατήθηκε απ’τους κοινούς κινδύνους της αντάρτικης ζωής, από κοινές λαχτάρες και πόθους. Θα τους εύρισκες πάντα μαζί σε κάθε δύσκολη αποστολή, όπως κι απόψε, που αγκαλιασμένοι κοιμούνται στον έρημο τούτο μύλο. Μια μέρα ο Πόνος είπε στο Γιάννη πως και στο θάνατο ακόμα θα’ ναι ενωμένοι
Κατά τα χαράματα τους ξύπνησαν άγριες φωνές. Πετάχτηκαν και οι δυό κι έτρεξαν να πάρουν τα όπλα, μα ένα γέλιο σατανικό τους σταμάτησε. Εκεί μπροστά τους στέκονταν δυό τσολιάδες με τα όπλα προτεταμένα, ενώ ένας άλλος είχε πιάσει την πόρτα του μύλου. Κάθε αντίσταση ήταν μάταιη. Άλλωστε τους είχαν πάρει τα όπλα πάνω στον ύπνο τους.
-Μας πρόδωσαν Πάνο! ακούστηκε η φωνή του Γιάννη.
Μη στενοχωριέστε παιδιά, τους λέει γελώντας ειρωνικό ο ένας τσολιάς. Σε λίγο θα δείτε και την πόλη! Τι διάολο, ήρθατε τόσο κοντά!
Ξεκίνησαν. Προχωρούσαν δίπλα-δίπλα χωρίς να μιλούν. Γύρω τους οι τσολιάδες. Όταν έφτασαν κοντό στη πόλη, ο Γιάννης λέει στο Πάνο:
-Ξέρεις που πάμε;
Ναι Γιάννη. Στο θάνατο! Μα ξέρω επίσης πως πεθαίνουμε για να ζήσει η Ελλάδα! Να, κοίτα! Φάνηκε η πόλη. Πόσοι άνθρωποι δεν περιμένουν εκεί μέσα το λυτρωμό;
Κυτάχτηκαν χαμογελώντας. Και προχωρούσαν τώρα με βήμα πιό σταθερό. Για το Θάνατο! Για να ζήσει η Ελλάδα!
Ο Διοικητής του Τάγματος νευριασμένος έκοβε βόλτες μέσα στο γραφείο του. Οι δυό φίλοι, ορθοί πιο πέρα, τον κοίταζαν με περιφρόνηση· Τούτος, σε μια στιγμή, στάθηκε μπροστά τους με τα χέρια στις τσέπες της κυλότας του. Η φωνή του ακούστηκε βραχνή.
-Ώστε είστε αντάρτες έ!
-Ναι! απαντάει ο Πάνος. Είμαστε αντάρτες! Γιατί, δε σου αρέσει αυτό;-
– Ποιος σ’ έμαθε μωρέ να μιλάς έτσι;
-Το δίκιο του Λαού μας, λέει ο Γιάννης. Το αίμα των νεκρών αδερφιών μας! Τα δάκρυα των ορφανών! Οι φλόγες των καμένων χωριών!
Τα λόγια τούτα βούιξαν στ’αυτιά του προδότη αξιωματικού. Ο Γιάννης έτρεμε από συγκίνηση. Ο Πάνος γελούσε κι ο προδότης αξιωματικός έπεσε βαρύς σε μιά καρέκλα.
Δύο ώρες κράτησε η ανάκριση. Μα οι τσολιάδες δεν έμαθαν τίποτα απ ‘τα δυό αυτά παιδιά. Κι ούτε θέλησαν να τα χτυπήσουν. Ο ηρωισμός των παλικαριών τους έκανε κατάπληξη κι όλοι τούς κοίταζαν σαν χαμένοι με στόμα ανοιχτό.
Οι Γερμανοί έτριβαν τα μάτια τους!
Τους πήγαν συνοδεία στη φυλακή. Κάθε μέρα ανακρίσεις, μα τίποτα δε μπορούσαν να μάθουν. Τα παιδιά κρατούσαν πάντα την ίδια ηρωική στάση.
Ένα πρωί έμαθαν πως θα εκτελεστούν εξήντα κρατούμενοι, στη θέση ακριβώς που οι αντάρτες ανατίναξαν ένα γερμανικό αυτοκίνητο. Τους κατέβασαν όλους στην αυλή της φυλακής κι άρχισαν να φωνάζουν τα ονόματα των μελλοθανάτων. Κανένας δεν λύγισε. Κάθε παρών αντηχούσε βροντερό στο πρωινό αέρα. Κάθε παρών και μιά θυσία στο βωμό της Λευτεριάς.
Πρώτα φώναξαν το Γιάννη κι ύστερα αμέσως το Πάνο. Βγήκαν μπροστά, όπως πάντα, γελαστοί. Ένας Γερμανός, που γνώριζε τον Πάνο από τότε που δούλευε σ’ ένα γκαράζ, θέλησε να τον σώσει.
Εσύ νο κουμμουνίστ! του λέει.
Ο Πάνος κοίταξε μιά φορά τον Γερμανό μιά τον Γιάννη και απάντησε αδίσταχτα.
-Εγώ κουμμουνίστ! Και πήδηξε πάνω στο αυτοκίνητο. Ο Γερμανός τον κοίταξε σα χαμένος και το αυτοκίνητο ξεκίνησε. Αγκαλιασμένοι οι δυό φίλοι άρχισαν να τραγουδούν. Τους ακολούθησαν και οι άλλοι μελλοθάνατοι ώσπου φτάσανε στο τόπο της θυσίας. Αυτούς και δυό άλλους, το Βάκχο και τον Δία, τους έβγαλαν στην άκρη. Θα τους κρεμούσαν στις τηλεγραφοκολόνες.
Πριν χωριστούν αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν για τελευταία φορά. Κι εκείνη τη στιγμή ο Πάνος θυμήθηκε τα λόγια του Γιάννη.
«και στο θάνατο μαζί!»
Πρώτον κρέμασαν το Γιάννη. Τα τελευταία του λόγια ήταν: Ζήτω π ΕΠΟΝ! ζήτω η Ελλάδα! Γειά σου Πάνο. Κι ο Πόνος τράβηξε για την κολώνα του. Περίμενέ με Γιάννη, φώναξε κι ανέβηκε γρήγορα στο σκαμνί. Έκοψε μιά κλοτσιά στον τσολιά που ήρθε να τραβήξει το σχοινί και πέρασε μονάχος του τη θηλιά! Ζήτω η ΕΠΟΝ, Ζήτω η Ελλάδα και έσπρωξε με τα πόδια του το σκαμνί, τη στιγμή που οι άλλο 56 ήρωες έπεφταν κάτω από τα δολοφονικά βόλια των «Ελλήνων» προδοτών.
Ο ένας απ’ τους φίλους λεγόταν Πάνος Πάσχος κι ήταν απ το Αγρίνιο. Ο άλλος Γιάννης Μαυρέλης απ ‘τη Λεπενού του Βάλτου. Κρεμάστηκαν στις 31 Ιούλη 1944 στα Καλύβια Τριχωνίδας.
Ο άγνωστος συγγραφέας, πιο κάτω, μας λέει πως τα δυό παιδιά είχαν κι έναν φίλο Επονίτη, το Χρήστο Σαλάκο απ’ το Αγρίνιο. Κρεμάστηκε κι αυτός, πιο μπροστά τη Μεγάλη Παρασκευή, στην πλατεία την κεντρική της πόλης, από τους ίδιους προδότες!
Εδώ τελειώνουν τα χειρόγραφα και μαζί κι ο θρύλος που λέγαμε.
Κι έχει γούστο τώρα να νομίσετε πως όλα αυτά τά γραψα εγώ και μάλιστα πως είναι και… αληθινά!!
Σας είπα. Είναι ένας Θρύλος, που ίσως να τον έγραψε με το αίμα της η Νέα Γενιά της Ελλάδας. Όπως και τόσους άλλους.
Ακολούθησε το προσκλητήριο νεκρών για τους 59 πατριώτες που έπεσαν υπερ πατρίδος, από τον κ. Χαράλαμπο Τσιάμη και  έγιναν καταθέσεις στεφάνων από εκπροσώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης, των Σωμάτων Ασφαλείας, φορέων, τοπικών συλλόγων και από συγγενείς των θυμάτων. Να σημειώσουμε οτι  η Φιλαρμονική του Δήμου Αγρινίου απέδωσε τιμές.
Παραβρέθηκαν στο μνημόσυνο:  ο Δήμαρχος Αγρινίου Γ. Παπαναστασίου, ο Αντιπρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, κ. Γ. Βαρεμένος, η Αντιδήμαρχος, Μ. Παπαγεωργίου,  ο επικεφαλής της δημοτικής παράταξης «Αγρίνιο Ανατροπή Τώρα» Δ. Τραπεζιώτης, ο Διοικητής της Αστυνομικής Δ/νσης Ακαρνανίας, Δ. Παπαευθυμίου, ο Διοικητής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Αγρινίου, Στρ. Πετράκης, ο Εκπρόσωπος της Τ.Κ. Καλυβίων, Θ. Κερασιώτης, ο Πρόεδρος της Δ.Ε. Αγγελοκάστρου, Δ. Αρωνιάδας, ο δημοτικός σύμβουλος Αγρινίου, Θ. Χασιώτης, ο Πρόεδρος της Ένωσης Αποστράτων Αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ. Β. Ξανθόπουλος, ο Αντιπρόεδρος της ΕΑΣ Αγρινίου, Γ. Καλλίμορφος, ο Πρόεδρος του Γεωργικού Συνεταιρισμού Καλυβίων, Χρ. Μπελεβώνης, o Πρόεδρος του ΤΟΕΒ Καλυβίων, Κ. Ζαπαντιώτης, αντιπροσωπεία του Συλλόγου Γυναικών Καλυβίων ¨Δήμητρα¨, εκπρόσωπος του Ιππικού Συλλόγου Καλυβίων, εκπρόσωπος του ΠΑΟΚ Καλυβίων, η Πρόεδρος του Λαογραφικού Μουσείου Αγρινίου κ. Χρυσικοπούλου, εκπρόσωπος της Κίνησης Πολιτών ¨ΔΡΩ¨, εκπρόσωπος του Συλλόγου Γυναικών Αγρινίου κ. Αναγνωστοπούλου, συγγενείς των θυμάτων και αρκετός κόσμος.