ΕΝΥΠΝΙΟΝ

219

Του ΓΙΩΡΓΟΥ  ΚΑΖΑΖΗ, Δικηγόρου – Συγγραφέα

 

Μια κρύα Νύχτα του Χειμώνα που ο άνεμος λυσσομανούσε, δοκιμάζοντας τις αντοχές της κεραμοσκεπής τού φτωχικού σπιτιού μας, ξύπνησα τρομαγμένος. Πιότερο από το ουρλιαχτό τού Ανέμου με τρόμαζε ένα υπόκωφο – μακρόσυρτο – βογγητό, αβάσταχτου πόνου κραυγή, που έρχονταν από το πηγάδι – θαρρούσα – της παραπέρα γειτονιάς. Η κυρά – Βασιλική (Βασίλω την φώναζαν), η γυναίκα της διπλανής μας πόρτας, μού είχε πει ότι τα βράδια έβγαινε και τριγυρνούσε το ΦΑΝΤΑΣΜΑ μιας γειτόνισσας που έδωσε άχαρο τέλος στη Ζωή της, πέφτοντας μέσα σ’ ένα βαθύ πηγάδι. Στην σκέψη της, έντρομος, φώλιασα στην αγκαλιά της Μανούλας μου. «Μαμά, βογκάνε οι νεκροί, πονούν και κλαίνε;», ψιθύρισα στο αυτί της. «Όχι», μου απάντησε μισοκοιμισμένη. «Κοιμήσου».

Κι όμως, μετά από λίγες μέρες, όταν η Νύχτα βυθίστηκε για τα καλά μέσα στο σκοτάδι, είδα με τα ίδια μου τα μάτια το …Φάντασμα. Πάλι με ξύπνησε το βογγητό του. Τώρα ήταν πίσω από το σπίτι μας, στο λιοστάσι τού «Κερκυραίου». Κάλυπτε μ’ ένα λευκό σεντόνι το σώμα του κι έκανε αλλόκοτες κινήσεις, χοροπηδώντας. «Μαμά, ξύπνα», φώναξα. «Το Φάντασμα είναι στο λιοστάσι». Δυσφορώντας, ήρθε προς το παράθυρο. Όταν το είδε, φώναξε: «Νάσο, ξύπνα. Αυτός ο παλιάνθρωπος (είπε τ’ όνομά του) θέλει να τρομάξει το παιδί». Ο πατέρας μου που με λάτρευε – πούτσα μ με φώναζε – σηκώθηκε, έριξε μια ματιά από το παράθυρο στο λιοστάσι κι όταν το είδε, μονολόγησε: «Τώρα, θα σε φτιάξω παλιοτόμαρο». Πήρε από το συρτάρι της κουζίνας το χοντρό αλάτι, γέμισε μ’ αυτό τα φυσίγγια του δίκαννου, τον σημάδεψε και πυροβόλησε. Με το «μπαμ» που ακούστηκε, εγώ έκλεισα τα μάτια. Τ’ άνοιξα, όταν άκουσα το Φάντασμα να φωνάζει» «Μ’ έφαγε ο άτιμος». Χοροπηδώντας, απομακρύνθηκε μέχρι που χάθηκε μέσα στο σκοτάδι.

Το πρωί μας ξύπνησαν δυνατά χτυπήματα στην πόρτα. «Ποιός είναι;». ρώτησε η Μανούλα μου. «Αστυνομία», είπαν. Τότε ο Πατέρας μου, φορώντας γρήγορα το παντελόνι του και παίρνοντας παραμάσχαλα το πουκάμισό του, ξυπόλυτος, δρασκέλισε το ανοιχτό παράθυρο που έβλεπε στο λιοστάσι κι έγινε «καπνός». Αργότερα έμαθα ότι τον έκρυψε στο σπίτι του ο παπα-Λευτέρης Κατερινόπουλος, μέχρι να περάσει η προθεσμία του αυτόφωρου.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ο καιρός κυλούσε, οι μήνες πέρασαν και μπήκε ο Αύγουστος. Στο μεσοδιάστημα, μετά και τη δεύτερη ερωτική μου απογοήτευση (κατά βάθος αγαπούσα τα Φαντάσματα), ένοιωθα ένα δυνατό σφίξιμο στην καρδιά. Αποδεχόμουνα τα γεγονότα που με προσγείωναν, αρνιόμουνα να βάλω ένα ΤΕΛΟΣ στον ΜΥΘΟ τους που με απογείωνε…

Μια μέρα, λοιπόν, μόλις η κυρά – Βασιλική τελείωσε μια «ιστορία» με φαντάσματα, ανήσυχος την ρώτησα: «Κάνουν κακό στα μικρά παιδιά τα Φαντάσματα, κυρά – Βασιλική;». «Όχι», μου απάντησε. «Ούτε στα μικρά παιδιά ούτε στους καλούς ανθρώπους κάνουν κακό. Τους κακούς κυνηγάνε», πρόσθεσε, λύνοντας το φρένο των δισταγμών μου. Άτρωτος πλέον και ατρόμητος, μια Νύχτα με ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ, μόλις άκουσα το πρώτο ροχαλητό της Μανούλας μου, γυμνός σηκώθηκα. Ακούμπησα τους αγκώνες μου στο μεγάλο περβάζι του ανοιχτού παραθύρου και κρατώντας με τα δυο μου χέρια το πηγούνι μου, στύλωσα το βλέμμα μου στο λιοστάσι, ευελπιστώντας να δω το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου μου. Το Φάντασμα που λαχταρούσα. Αντίκρισα… το ΘΑΥΜΑ. Τ’ ολόγιομο Φεγγάρι στην πιο λάγνα μορφή του, έχυνε τους χυμούς τού πορφυρού Οργασμού του στην μήτρα της Αυγουστιάτικης Νύχτας. Ασπόρως γεννούσε ΣΚΙΕΣ – αερικά της Νύχτας – που ψήλωναν με Φως και σειόταν στους ήχους μιας ανόργανης, άχτιστης Μουσικής, στο ΘΡΟΪΣΜΑ των χρυσοπράσινων φύλλων της Ελιάς. Χορευτικά μετείχαν σε τούτη την Αρχέγονη γιορτή της Πανσέληνης Νύχτας που με άφησε ξάγρυπνο μέχρι το Χάραμα.

Ξημέρωνε. Η φεγγαρόφωτη Νύχτα αργόσβηνε στο βάσκανο μάτι της Αυγής, αφήνοντας πίσω της ένα παράξενο βογγητό που ολοένα και μεγάλωνε. Ψυχορραγώντας, ψιθυριστά μού μίλησε και μού ’πε: «Μην πιστεύεις όσα βλέπεις. Όλα Φαντάσματα του ΝΟΥ είναι. Ψάχνε τις ΑΙΤΙΕΣ. Δες κι εγώ ακόμη, Νύχτα δεν είμαι. Φάντασμα του φωτός είμαι. Από το ΦΩΣ έρχομαι και στο ΦΩΣ πηγαίνω. Ό,τι φεύγει, στο ΦΩΣ πάει. Το ΦΩΣ είναι το μέλλον του και το μέλλον του Φωτός, το Παρελθόν του σήμερα είναι. Η Αρχή και το Τέλος της Ζωής… Πίστευε στ’ ΟΝΕΙΡΟ. Μέσα του γράφονται όσα δεν γράφουν τα βιβλία. Στ’ ΟΝΕΙΡΟ μέσα, η ΒΙΒΛΟΣ της Ζωής είναι γραμμένη. Στο ΜΥΘΟ του γεννήθηκε το ΦΩΣ». Αυτά μου είπε και χάθηκε μέσα στην καταιγίδα του Φωτός της Ανατολής.

Έκτοτε, ΨΗΛΩΝΑ, διαβάζοντας τα μικρά γράμματα των Ονείρων μου που μέσα τους ήταν γραμμένες οιΜΕΓΑΛΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ της ΖΩΗΣ. Το Φως της Φεγγαρόλουστης Νύχτας μου…

  …ΜΕ Τ’ ΟΝΕΙΡΟ ΣΟΥ, ΑΓΡΙΝΙΟ, ΕΧΤΙΣΑ ΤΗΝ ΖΩΗ ΜΟΥ.