ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗ ΡΟΔΟ Ο «ΜΑΝΤΗΣ ΚΑΛΧΑΣ»

17

Γράφει ο : Βασίλης Σταρακάς, παλαίμαχος ποδοσφαιριστής Παναιτωλικού

Αυτές τις δύσκολες μέρες που όλοι μας περνάμε, από τις αρχές του Μαρτίου 2020,  «μένοντας σπίτι» λόγω της εξάπλωσης του Κοροναϊού, βρήκα ένα τρόπο να «δραπετεύω» χωρίς να στέλνω SMSκαι χωρίς να κινδυνεύω με πρόστιμο. Ποιος είναι ο τρόπος αυτός; Πολύ απλά, όταν τα ΜΜΕ ξεκινούν να μας «ενημερώσουν» για τα καταστροφικά αποτελέσματα του φονικού ιού, με τη σκέψη μου γυρίζω το χρόνο πίσω, σε εποχές ανέμελες στην πόλη μου, το Αγρίνιο, και σε γεγονότα ευχάριστα που μου τονώνουν το ηθικό και μου δίνουν μια αισιοδοξία ότι γρήγορα θα υπάρξει «φως» στην άκρη του «τούνελ».
Τώρα που γράφω τις γραμμές αυτές, είναι τέλη Απριλίου, και παρ’ όλο που το «τούνελ» είναι ακόμα θεοσκότεινο, εμένα δεν μου λείπει η αισιοδοξία και η διάθεση για απόδραση, πάντα βέβαια στα περασμένα και στη γενέτειρά μας, την πάλαι ποτέ – λόγω ΕΟΚ – καπνούπολη. Κάποιες από αυτές τις φορές «πηγαίνω» στο Πάρκο, στον ετήσιο χορό – τσάι – της ΓΕΑ. Στην υποδοχή «βλέπω» τον πρόεδρο Νίκο Γράψα, τον Γιώργο Μοσχολιό και τον Στάθη Ροκόφυλλο. Παρ’ όλο που οι εικόνες είναι ξεθωριασμένες, μέσα στην γεμάτη αίθουσα διακρίνω γνωστές φιγούρες καλοντυμένων ζευγαριών, αρχής γενομένης από τους αδερφούς Παπαστράτου και του Τάσου Παναγόπουλου.

Παλαιός Άγιος Χριστόφορος 1963. Από αριστερά: Βασίλης Σταρακάς, Θανάσης Αυγούλης, Τάκης Ράφας, Θόδωρος Χατζάρας, Δημήτρης Μπάθας.
Άλλες φορές ταξιδεύω νοερά στα ζαχαροπλαστεία της μεγάλης πλατείας – Μπέλλου. Στον «Ματραλή», τον «Σιάτρα» ή τον «Γαϊτάνη», για ένα μπολ, ή για λουκουμάδες ή για ένα γλυκό ταψιού. Επίσης δεν είναι λίγες οι φορές που «επισκέπτομαι» την ταβέρνα του Μπαϊρακτάρη ή αυτή του Ντίνια και των αδερφών Σαράτση.
Επίσης, αποτελώ τακτικό θαμώνα του κινηματογράφου ΠΑΛΛΑΣ του ΑνόρουΤσιτσιμελή, και της ΕΛΛΗΝΙΔΑΣ. Ακόμη, πηγαίνω στις ντισκοτέκ «Τοπ Τεν» και «Αμαλία», καθώς και στον «πνεύμονα» του Αγρινίου, το δασύλλιο γύρω από τον «παλιό» Άγιο Χριστόφορο, το ερωτικό καταφύγιο της εποχής μου, και η αναπόλησή μου καταλήγει σε ένα ανεβοκατέβασμα από την πλατεία Μπέλλου μέχρι το ζαχαροπλαστείο του Ζήνα, στο νυφοπάζαρο της Παπαστράτου.

Ρόδος, 1963. Από αριστερά όρθιοι: Θ. Γούναρης, Γιαννόπουλος, Ντόκας, Καλύβας, Α.Σερμιτζέλης, Δρόσος, Μπάθας, Σταυρόπουλος, Λάγγαρης, Μήτσου, Καρποδίνης (προπονητής).
Από αριστερά καθήμενοι: Ζαρκαβέλης, Σταρακάς, Νικολάου, Κουτσογιάννης, Σταμάτης.
Κάποιες άλλες φορές, κάνω διαφορετικές βόλτες στις αναμνήσεις μου από το Αγρίνιο του παρελθόντος. Επισκέπτομαι γειτονιές που μοσχοβολούσαν από τις λεμονιές, τους βασιλικούς και το γιασεμί. Τα σπίτια είναι πέτρινα, και στις φρεσκοασβεστωμένες και παστρικές αυλές, κάθονται σε σκαμνάκια οι φιλενάδες γειτόνισσες, γεμάτες ανθρωπιά και χαμόγελα. Οι περισσότερες από τις αυλές αυτές, όπως και τα περισσότερα από τα παλιά στέκια έχουν χαθεί πλέον, και αυτός είναι ένας λόγος που μελαγχολώ.
Πάμε όμως στο κυρίως θέμα μας. Σχολική και ποδοσφαιρική περίοδος 1963 – 64. Ένα Σάββατο πρωί του Οκτωβρίου 1963 η ομάδα του Παναιτωλικού αναχωρεί για τη Ρόδο όπου την επόμενη θα αντιμετωπίσει για το πρωτάθλημα της Β’ Εθνικής την τοπική ομάδα του Ροδιακού. Η 16δα της αποστολής του Παναιτωλικού έχει στη σύνθεσή της 7 συνομήλικους μαθητές γυμνασίου: Τάκης Παπαποστόλου, Θεόδωρος Σταμάτης, Παναγιώτης Λάγγαρης, Θεόφιλος Ντόκας, Χρήστος Σταυρόπουλος, ο γράφων και ο Δημήτρης – Μήτσος – Μπάθας ο επονομαζόμενος «Μάντης Κάλχας».
Με τον Μήτσο ήμαστε φίλοι από πολύ μικρή ηλικία, μια φιλία που διατηρείται ακλόνητη μέχρι σήμερα. Μαζί στα τμήματα υποδομής του Παναιτωλικού, και συμμαθητές στα γυμνασιακά μας χρόνια. Μαζί ξεκινήσαμε την ποδοσφαιρική μας καριέρα στον Παναιτωλικό και μάλιστα για κάποια χρόνια αποτελέσαμε κεντρικό αμυντικό δίδυμο. Εγώ στη θέση του λίμπερο και ο Μήτσος στόπερ, όπου αναδείχθηκε σε μια από τις σπουδαίες αμυντικές μορφές του Παναιτωλικού.
Ο Μήτσος είχε ένα «κόλλημα» με την ερμηνεία των ονείρων. Κάθε Κυριακή πρωί, με το ξύπνημα στο ξενοδοχείο μας ανέλυε το όνειρο που είδε και αμέσως έβγαζε το… αποτέλεσμα του απογευματινού αγώνα. Άλλες φορές …προφήτευε το αποτέλεσμα και από τυχαία γεγονότα, αφού ήταν και προληπτικός σε μεγάλο βαθμό.
Το ταξίδι τότε στη Ρόδο από το Αγρίνιο διαρκούσε 3 ολόκληρες μέρες. Η αναχώρηση ήταν Σάββατο πρωί, ο αγώνας πάντα Κυριακή απόγευμα, δρομολόγιο επιστροφής μετά τον αγώνα – ευτυχώς για εμάς – δεν υπήρχε, αφού η έξαρση του τουρισμού στο νησί συνέβη αργότερα. Άρα η επιστροφή γινόταν πάντα Δευτέρα απόγευμα.
Ρόδος – Ροδίνη 1962. Από αριστερά: Καρποδίνης (προπονητής), Γιάννης Καμποσιώρας, Γκίκας, Τεμεκονίδης, Καλύβας, Γιαννόπουλος, Νικολάου, Σταρακάς, Ξηροτσόπανος (σύμβουλος), Παπαποστόλου, Μπάθας, Παπαδόπουλος (Γάλλος), Ζαρκαβέλης, Αθανασόπουλος Γιάννης (σύμβουλος).
Στη Ρόδο πηγαίναμε δύο ή τρείς φορές το χρόνο, αφού οι πολύ καλές ομάδες Ροδιακού και Διαγόρα συμμετείχαν μόνιμα στη Β’ Εθνική και μάλιστα στον ίδιο όμιλο με τον Παναιτωλικό. Κάποιες περιόδους προβιβάζονταν στην ίδια κατηγορία μια ακόμα ομάδα της Ρόδου, ο Δωριεύς ή ο Φοίβος Κρεμαστής. Ανεπανάληπτα τριήμερα. Υπήρχε βέβαια ένα άγχος για το αποτέλεσμα, αλλά και αυτό ήταν μέρος του παιγνιδιού (Μέχρι τότε οι περισσότεροι από εμάς μέχρι τη Σταμνά για μπάνιο με το οτομοτρίς είχαμε πάει και στο Ζαπάντι για γαρδέλια).
Σάββατο λοιπόν πρωί πρωί εμείς οι 7 μαθητές αντί να ανηφορίσουμε για τα Παπαστράτεια εκπαιδευτήρια – κάναμε και το Σάββατο μάθημα τότε – κατηφορίσαμε για την πλατεία Μπέλλου όπου μας περίμενε το λεωφορείο. Αφού συγκεντρωθήκαμε όλα τα μέλη της αποστολής αναχωρήσαμε για το αεροδρόμιο του Ελληνικού. Η διάρκεια του ταξιδιού; Κάτι ανάμεσα σε 7 και 8 ώρες. Πράσινα λεωφορεία, οδικό δίκτυο κακό όλο λακκούβες, δρόμοι στενοί, φέρρυ μποτ, παλιά Εθνική οδός που περνούσε μέσα από κάθε πόλη και χωριό στη διαδρομή, και η απαραίτητη στάση στη Λυκοποριά Κορινθίας για μεσημεριανό φαγητό.

Γήπεδο Παναιτωλικού. Από αριστερά: Δρόσος, Ντόκας, Σταυρόπουλος, Σταμάτης, Σταρακάς, Λάγγαρης.
Τώρα πως περνούσε η ώρα μέσα στο λεωφορείο σε αυτές τις πολύωρες εκτός έδρας μετακινήσεις που συνέβαιναν αρκετές φορές σε κάθε ποδοσφαιρική σεζόν; (Αθήνα 5 φορές τουλάχιστον – Κρήτη – Χίο – Σπάρτη – Καλαμάτα – Κέρκυρα κ.λπ.).  Κατ’ αρχή είχαμε τον μαέστρο Τάκη Παπαποστόλου με την κιθάρα και το πλούσιο ρεπερτόριό του. Οι υπόλοιποι σχηματίζαμε μια πρόχειρη χορωδία, και ενώ κάποιοι είχαν καλή φωνή κάποιοι άλλοι είχαν μια μπάσα φωνή – από το τσιγάρο – η οποία έμοιαζε με … γαύγισμα. Δημιουργούταν όμως μια ωραία ατμόσφαιρα με τρελλό κέφι. Άλλες φορές παίρναμε εναλλάξ το μικρόφωνο του λεωφορείου και λέγαμε αστεία (οι μεγαλύτεροι σε ηλικία σόκιν). Κάποιοι έλυναν σταυρόλεξα, και κάποιοι τραγουδούσαν ρεμπέτικα τραγούδια, τα οποία περιείχαν λέξεις που εμείς οι μικρότεροι ακούγαμε πρώτη μας φορά.
Πολλές φορές οι μεγαλύτεροι μας έδιναν συμβουλές καλής συμπεριφοράς στον αγωνιστικό χώρο αλλά και στην εξωγηπεδική μας ζωή, με πραγματικό ενδιαφέρον, λες και ήταν μεγαλύτεροί μας αδερφοί. Επέμεναν επίσης πάρα πολύ στις βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος, ειδικά για τους αθλητές. Πρέπει όμως να αναφέρω και το «φροντιστήριο» που είχαμε από κάποιους από αυτούς. Τα μαθήματα αυτά που μας κάνανε δεν είχαν στόχο κάποια εγκυκλοπαιδική μόρφωση αλλά… «για να ξυπνήσετε ρε βλάκες τώρα που θα βγείτε στην πιάτσα», όπως μας έλεγαν. Τα σχολικά μας βιβλία; Στο σπίτι αραχνιασμένα.Επανέρχομαι όμωςστο κυρίως θέμα, γιατί θέλοντας να δώσω πιστή εικόνα, μάλλον το κούρασα.
Διασχίζοντας την πόλη του Κιάτου, ο οδηγός κάνει ολιγόλεπτη στάση σε ένα μικρό σταυροδρόμι γιατί περνούσε μια κηδεία. Ο Μήτσος Μπάθας σηκώνεται ταραγμένος από τα πρώτα καθίσματα και με συνωμοτικό τρόπο κάνει νόημα σε εμάς τους συνομήλικους του να πάμε πίσω στη «γαλαρία». Εκεί μας αποκαλύπτει ότι πίσω από την κηδεία υπάρχει «προφητικό σημάδι». Μας εκμυστηρεύεται αναστατωμένος πως αύριο στη Ρόδο όχι μόνο θα χάσουμε, αλλά μας περιμένουν «πρωτόγνωρα γεγονότα», λέγοντάς μας: «μην πείτε τίποτα όμως στους μεγάλους και με αρχίσουν στις σφαλιάρες για ηττοπάθεια» και συνέχισε «η ήττα με όποιο τρόπο και να έρθει πες ότι είναι ένα αποτέλεσμα που αντικειμενικά έχει πιθανότητες να συμβεί, τα άλλα όμως με φοβίζουν». «Γίνε συγκεκριμένος ρε Μητσάρα» του απαντά ο Τάκης Παπαποστόλου, που σαν παπαδοπαίδι δεν ήθελε να ακούει για προλήψεις, δεισιδαιμονίες και κάθε είδους αντιεπιστημονικές δοξασίες. «Τί πρόκειται να συμβεί; Θα πέσει το αεροπλάνο;»
«Αυτή τη στιγμή» λέει ο… Κάλχας «δεν μπορώ να σας πω τίποτα. Είμαι σε σύγχυση γιατί μέχρι τώρα με φόβιζε μόνο το γεγονός ότι τη Δευτέρα που γυρίζουμε έχει πανσέληνο, τώρα που πέσαμε και σε κηδεία η κατάστασή μας χειροτερεύει. Δεν εγγυώμαι τίποτα. Μόνο μην τα πείτε ευτά στον Βασίλη Μήτσου γιατί έχει… βαρύ χέρι».
«Απ’ ότι λες ρε Μήτσο» – λέει ο Θεόφιλος – «τουλάχιστον θα φτάσουμε σώοι στη Ρόδο αφού ο αγώνας θα γίνει». Στη συνέχεια ο Γιάννης Δρόσος του έκανε την εξής.. επαγγελματική πρόταση: «Στη γειτονιά μου στην Ερυθραία – στον Άγιο Κωνσταντίνο – είναι μια ‘Μαϊστρα’ – μέντιουμ – με καταγωγή από τον Τσεσμέ, που σταμάτησε να δουλεύει καπνεργάτρια στις αποθήκες Ηλιού γιατί έχει τόσες πολλές επισκέψεις κάθε μέρα που δεν προφταίνει να προφητεύει και να τους ‘συμβουλεύει’ όλους. Ασχολείται με διαζύγια, απιστίες, προξενιά, κόψιμο χρυσής – ίκτερου – χρήση βδέλλας, αλλά αυτό που γνωρίζει πραγματικά σε βάθος είναι η κατασκευή φίλτρων για τη σεξουαλική ανικανότητα. Επειδή έκανε αίτηση στον ΟΤΕ για ιδιωτική τηλεφωνική γραμμή και προβλέπει αύξηση επισκέψεων ζητάει έναν έμπειρο βοηθό. Αν θες σε συστήνω. Τι λες δέχεσαι;» «θα σου απαντήσω εν καιρώ» είπε ο Μήτσος και η συζήτηση τελείωσε εκεί γιατί είχαμε ακόμη μακρύ ταξίδι, και ο Παπαποστόλου ξεκίνησε να παίζει με την κιθάρα του τον «Σαρωνικό» του Νίκου Γούναρη.
Πάμε τώρα στον αγώνα. Ο Ροδιακός μας πιέζει, και από ένα άστοχο σουτ προς την εστία μας η μπάλα βγαίνει άουτ. Από τον πάγκο μας ενημερώνουν ότι διανύουμε το τελευταίο λεπτό του αγώνα. Για μας η ισοπαλία αποτελεί ένα θετικό αποτέλεσμα, σε μια δύσκολη έδρα. Το άουτ αναλαμβάνει να το εκτελέσει ο τερματοφύλακάς μας Θεόφιλος Ντόκας, ο οποίος συνεννοείται με τον αμυντικό Ανδρέα Γιαννόπουλο, ο πρώτος να κάνει ένα σκόπιμο αδύναμο λάκτισμα της μπάλας και ο δεύτερος, προτού αυτή βγει από την περιοχή, να την πιάσει με τα χέρια. Ήταν μια συνηθισμένη παράβαση των κανονισμών στην οποία κατέφευγαν όλες οι ομάδες τότε στις τελευταίες φάσεις του αγώνα, για να κρατήσουν ένα αποτέλεσμα που τους εξυπηρετούσε, κάνοντας με αυτόν τον τρόπο μια νόμιμη καθυστέρηση. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με τους κανονισμούς της εποχής, ο διαιτητής κάνει παρατήρηση στον παίκτη που έπιασε την μπάλα με τα χέρια, και αμέσως διατάσσει επανάληψη.
Με μεγάλη μας έκπληξη όμως, βλέπουμε τον «άρχοντα» του αγώνα, να δείχνει την «άσπρη βούλα». Πέναλτι! Βρισκόμαστε μπροστά σε μια διαφαινόμενη ποδοσφαιρική σφαγή. Οι Μήτσου, Γιαννόπουλος, Μπαρχαμπάς Δρόσος, πέφτουν πρώτοι πάνω του και προσπαθούν με κόσμια – στην αρχή – συμπεριφορά να τον συνεφέρουν, ώστε να αλλάξει την απόφαση για το εγκληματικό του λάθος, τονίζοντάς του συνεχώς τον κανονισμό. Αυτός αμετάπειστος. Έρχονται και οι αναπληρωματικοί μας, και τον κυκλώνουμε για τα καλά. Τώρα αρχίζουν κάτι βρισιές και απειλές, και μάλιστα ο Κουτσογιάννης σε κατάσταση αμόκ πιάνει το κορδόνι με τη σφυρίχτρα που κρέμεται από το λαιμό του, και τον ταρακουνά. Είναι αλήθεια ότι κάποιοι συμπαίκτες μου ξεπέρασαν τα όρια διαμαρτυρίας και συμπεριφοράς. Επεμβαίνει η αστυνομία, τον απεγκλωβίζουν, και αφού τον συνοδεύουν ως το σημείο του πέναλτι αποχωρούν. Προηγουμένως ο διαιτητής είχε αποβάλλει δύο δικούς μας για ανάρμοστη συμπεριφορά.

Γήπεδο νέας Σμύρνης, από αριστερά: Βασίλης Ζουμπουλάκης, Θεόφιλος Ντόκας, Βασίλης Σταρακάς.
Το πέναλτι εκτελείται εύστοχα. Αμέσως μετά τη σέντρα ακούγεται το σφύριγμα της λήξης. Απερίγραπτη η πίκρα μας! Η νυχτερινή έξοδος – είχαμε το ελεύθερο – την οποία περιμέναμε πως και πως δεν είχε καμία σχέση με άλλες. Άλλο να κάνεις «τουρνέ» νικητής, και άλλο ηττημένος και μάλιστα με αυτόν τον τρόπο. Πεσμένη πολύ η διάθεση, ακεφιά, μια κρύα νύχτα. Τον νοιαζόμασταν πολύ τον ΠΑΝΑΙΤΩΛΙΚΟ. (Την επόμενη μέρα η επιτροπή διαιτησίας διέγραψε τον συγκεκριμένο διαιτητή. Είμαι σίγουρος πως το πέναλτι το καταλόγισε από άγνοια και όχι από σκοπιμότητα).
Η Δευτέρα ήταν αφιερωμένη στα ψώνια. Η Δωδεκάνησος προτού ενσωματωθεί οριστικά στο Ελληνικό κράτος το 1947 βρισκόταν σε Ιταλική κατοχή. Από τότε, και για πολλά χρόνια αργότερα, υπάγονταν σε ένα ειδικό τελωνειακό καθεστώς, και όλα τα προϊόντα προσωπικής χρήσης ήταν απαλλαγμένα από δασμούς. Η αγορά του κάθε νησιού, και ειδικά της Ρόδου, ήταν γεμάτη με φτηνά φινετσάτα Ιταλικά προϊόντα: Ομπρέλες, αδιάβροχα, καλτσόν, πλεκτά, ακόμη και ποτά και αρώματα. Δεν μπορούσες βέβαια να περάσεις από το τελωνείο χωρίς δασμούς πάνω από ένα τεμάχιο από το κάθε προϊόν, καθώς υπήρχε έλεγχος και τα επιπλέον φορολογούταν.
Κατ’ εξαίρεση, οι έλεγχοι στις ποδοσφαιρικές αποστολές ήταν από πολύ χαλαροί έως εντελώς ανύπαρκτοι. Κοινό το μυστικό ότι οι παίκτες και οι συνοδοί κάθε ποδοσφαιρικής αποστολής περνούσαν τον έλεγχο «φορτωμένοι». Και πως είναι δυνατόν να ήταν διαφορετικά τα πράγματα όταν τα αδέλφια, οι συγγενείς, οι γείτονες, οι φίλοι κ.λπ. κ.λπ. σου δίνουν μια παραγγελία, δίχως να μπορείς να αρνηθείς. Μέχρι εκείνη τη μέρα δεν είχε παρουσιαστεί ποτέ πρόβλημα ελέγχου σε  ποδοσφαιρική ομάδα στο νησί.
Το απόγευμα φτάνοντας στην αίθουσα αναχωρήσεων του αεροδρομίου, οι συνοδοί και σύμβουλοί μας Θεόδωρος Γούναρης και Αθανάσιος Σερμιτζέληςκατέθεσαν την κατάσταση με τα ονόματα της αποστολής στο γραφείο του Τελώνη. Όλοι μας στεκόμαστε όρθιοι καθώς έχουμε τόσα πολλά πράγματα πάνω μας που είναι αδύνατον να καθίσουμε είτε στις καρέκλες είτε στους πάγκους. Γύρω από τη μέση του έχει ο καθένας μας σπαστές ομπρέλες, αδιάβροχα, φανέλες, υφάσματα. Οι υπόλοιποι ταξιδιώτες μας κοιτούν περίεργα που περπατάμε λες και είμαστε ρομπότ, ενώ εμείς βοηθάμε ο ένας τον άλλο να κρύψει καλύτερα ότι προεξέχει από τις γεμάτες τσέπες, τον κόρφο, την πλάτη, ώστε να μην προκαλούμε σε μεγάλο βαθμό.
Από τα μεγάφωνα ακούγεται ένα κάλεσμα το οποίο απευθύνεται σε τρείς συμπαίκτες μας, τους Κώστα Καλύβα, Θεοφάνη Ζαρκαβέλη, Δημήτρη Μπάθα, με την παράκληση να επισκεφθούν το γραφείο του τελώνη. Και οι τρεις είναι οι πρώτοι στην κατάσταση που έδωσαν ο συνοδοί μας στον τελώνη. Μετά από λίγο αναγγέλλεται και η επιβίβαση. Με τη συνοδεία αεροσυνοδών, οι ταξιδιώτες κατευθύνονται στο αεροπλάνο. Εμείς μένουμε στην αίθουσα περιμένοντας τους τρεις συμπαίκτες που λείπουν. Καινούρια αναγγελία από τα μεγάφωνα, για την αργοπορία της ομάδας μας. Οι τρεις ακόμα να βγουν από το γραφείο του τελώνη. Εμείς ακόμη εκεί. Επικρατεί ανησυχία. Καινούριο απειλητικό κάλεσμα από τα μεγάφωνα, πως η πτήση για Αθήνα θα αναχωρήσει και τα εισιτήρια μας θα ακυρωθούν. Εμείς ψιλομουρμουρίζουμε σαν διαμαρτυρία έξω από το γραφείο του τελώνη και τίποτα άλλο, γιατί ποιος τολμά να μπει μέσα και να ζητήσει εξηγήσεις όταν ο καθένας μας έχει επάνω του ολόκληρη «προίκα»;
Μετά από λίγο ο τελώνης καλεί τους αρχηγούς της αποστολής μας και τους ανακοινώνει πως «με μεγάλη του λύπη» και οι τρεις είναι κρατούμενοι για λαθρεμπόριο! Κεραυνός εν αιθρία! Τελευταία προειδοποίηση για την αναχώρηση, ήδη έχουμε καθυστερήσει την πτήση. Ξεκινώντας όλοι μαζί για το αεροπλάνο βλέπουμε πολύ κοντά μια αστυνομική κλούβα να σταματά με θόρυβο. Από την πίσω πόρτα του γραφείου του τελώνη βγαίνουν οι τρεις συνοδεία χωροφυλάκων και επιβιβάζονται σε αυτή. Προτού η κλούβα ξεκινήσει προφανώς για κάποιο αστυνομικό τμήμα της Ρόδου, με φωνάζει ο Μήτσος Μπάθας. Πάω εκεί και μου δίνει ένα δαχτυλιδάκι: «Πάρτο» μου λέει, «και δώστο εσύ, θα περιμένει το πρωί κάτω από τη συνηθισμένη νεραντζιά πρωτού ο επιστάτης του Θηλέων χτυπήσει το κουδούνι για να συγκεντρωθούν στην ταράτσα για προσευχή».
Η κλούβα φεύγει, και λίγο πιο πέρα κάνει μια μικρή στάση μέχρι να σηκωθεί μια μπάρα. Μου ξαναφωνάζει ο Μήτσος. Κάνω ένα σπριντ και τον πλησιάζω. Από ένα σιδερόφρακτο παράθυρο μου φωνάζει δυνατά: «η νεκροφόρα και η πανσέληνος είναι η αιτία για την ήττα και για το ότι είμαστε κρατούμενοι. Πες στον Δρόσονα μην περιμένει η Μικρασιάτισσα γιατί μετά από τις δύο αυτές επιτυχίες που έχω θα ανοίξω δικό μου γραφείο». Και η κλούβα έγινε καπνός. Χαρά στο κουράγιο σου ρε Μήτσο, ψιθύρισα, και ξανά σπριντ μέχρι τη σκάλα του αεροπλάνου.
            Τρεις μέρες μετά, στην απογευματινή προπόνηση της Πέμπτης υποδεχθήκαμε με χειροκροτήματα τους «τρεις», άσχετα αν ο Βασίλης Μήτσου μέσα στο καλωσόρισμά του είχε ένα «καλώς τους λαθρέμπορους που ξευτίλισαν το σωματείο μας», το οποίο είχε σαν αποτέλεσμα να σηκώσουμε στον αέρα τα αποδυτήρια από τα γέλια (τα μισά ψώνια που θα περνούσε ο Μπάθας από το τελωνείο ήταν του Β. Μήτσου). Για να μη τους θυμίσουμε τη μεγάλη ταλαιπωρία που όπως πιστεύαμε είχαν περάσει σαν κρατούμενοι σε κάποιο αστυνομικό τμήμα, η πιθανώς στην απομόνωση όπως πιστεύαμε, δεν τους κάναμε ερωτήσεις. Και οι τρεις όμως φαίνονταν κατενθουσιασμένοι από τη…σύλληψή τους.     Ένα διστακτικό «πως περάσατε ρε παιδιά;» του Σπύρου Νικολάου ήταν αρκετό για τους «τρεις» για να μας αφηγηθούν, αλληλοσυμπληρώνοντας ο ένας τον άλλο, τα παρακάτω:

Το αμυντικό δίδυμο του Παναιτωλικού, Σταρακάς – Μπάθας, έχοντας στο μέσο τον προπονητή Νίκο Μπαϊρακτάρη.
            Φθάνοντας με την κλούβα στο αστυνομικό τμήμα της πόλης, ο Ζαρκαβέλης τηλεφώνησε σε έναν ποδοσφαιριστή του Ροδιακού με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις, και τον ενημέρωσε για τα συμβάντα. Σε λίγο ο ποδοσφαιριστής αυτός συνοδευόμενος από τον πρόεδρο, κάποιους συμβούλους και ορισμένους ποδοσφαιριστές του Ροδιακού κατέφθασαν στο τμήμα. Ο πρόεδρος εγγυήθηκε στον διοικητή για τους «τρεις» ότι οποιαδήποτε στιγμή κληθούν για το αυτόφωρο θα είναι στη διάθεση της δικαιοσύνης.(Εκεί μάθανε πως υπήρξε επώνυμη καταγγελία ανταγωνιστή εμπόρου, ο οποίος ήταν δίπλα από την αποθήκη που ομαδικά εμείς ψωνίσαμε).
            Κατόπιν, καθώς ο πρόεδρος πλήρωσε το πρόστιμο των τριών, αλλά και τους δασμούς για τα επιπλέον προϊόντα, οι τρεις συμπαίκτες αφέθηκαν ελεύθεροι. Και οι τρείς είχαν εξαντληθεί οικονομικά, όπως άλλωστε συνέβαινε με  όλους μας όταν ταξιδεύαμε στη Ρόδο. Ψώνια – διασκέδαση και όπως είχε πει ο Καλύβας «δεν είχαμε ούτε μια δραχμή να ανάψουμε κερί για τη… λευτεριά μας».
            Αφού ευχαρίστησαν τον πρόεδρο και τα μέλη του Δ.Σ., οι οποίοι αποχώρησαν, στη συνέχεια οι ποδοσφαιριστές του Ροδιακού ήταν αυτοί που ανέλαβαν τη φιλοξενία των τριών. Εγκαταστάθηκαν κατ’ αρχή σε ένα ξενοδοχείο της Ιαλυσού, ιδιοκτησίας ενός συμβούλου του Ροδιακού. Το βράδυ ντόλτσε βίτα, μας έκαναν να ζηλέψουμε όλοι οι υπόλοιποι που δεν ήμασταν τυχεροί… να μας συλλάβουν!
            Η επόμενη μέρα, Τρίτη, ήταν αφιερωμένη στον τουρισμό. Γνωρίσανε το νησί απ’ άκρη σε άκρη. Τετάρτη μεσημέρι κλήθηκαν στο αυτόφωρο. Οι συμπαράσταση του κόσμου μεγάλη, καθώς πάνω από 60 άτομα βρέθηκαν εκεί να τους υποστηρίξουν. Διοικητικοί παράγοντες ποδοσφαίρου, ποδοσφαιριστές, φίλαθλοι και οι απαραίτητοι… περίεργοι, αφού τη σύλληψη την έμαθε όλο το νησί. Δικηγόροι υπεράσπισης οι νομικοί σύμβουλοι των Ροδιακού και Διαγόρα. Αθωώθηκαν βέβαια παμψηφεί αφού, όπως υποστήριξαν οι δικηγόροι, είχαν άγνοια του Τελωνιακού κώδικα.
            Το απόγευμα της ίδιας μέρας αναχώρησαν για Αθήνα, αφού οι Ροδίτες ποδοσφαιριστές όχι μόνο τους βγάλανε νέα εισιτήρια, αλλά τους έδωσαν και χρήματα για να «κατέβουν» από την Αθήνα στο Αγρίνιο πιο ξεκούραστα με ένα από τα Αγρινιώτικα ταξί, που καθημερινά έκαναν τη διαδρομή αυτή. Οι οδηγοί των εν λόγω ταξί είχαν πιάτσα στο καφενείο «Ελλάς» της οδού Αθηνάς.          Κάπου εκεί τελείωσε – προσωρινά – η διήγησή τους καθώς άρχιζε η προπόνηση.
            Έφτασε όμως Σάββατο βράδυ. Η ομάδα έχει αποσυρθεί στο ξενοδοχείο «Ακροπόλ» του Νίκου Στρανομίτη, το οποίο ήταν στην πλατεία, για τον αυριανό αγώνα με τη Θύελλα Πατρών. Μάλλον μια εύκολη νίκη για μας και ένα σίγουρο «στάνταρ» για το ΠΡΟ ΠΟ το οποίο περιλάμβανε και τον δικό μας αγώνα. Όπως χαζεύαμε στο σαλόνι, μας ζητάει ο Μήτσος Μπάθας να του δώσουμε ότι χαρτζιλίκι έχει ο καθένας για να παίξουμε ένα ομαδικό δελτίο ΠΡΟ ΠΟ. Ποιος άλλος εκτός του Μήτσου θα μπορούσε να προφητεύσει σωστά και τους 13 αγώνες; Ξεκινά λοιπόν και λέει: «Παναιτωλικός – Θύελλα «ξερός άσσος» – άνετη νίκη δηλαδή του Παναιτωλικού – . Ξερός άσσος ρε Μήτσο, είπαμε όλοι με ένα στόμα, τον πιστεύουμε βέβαια τον άσσο, αλλά αφού το λες και εσύ… Μη μας ρωτάς για άλλο αγώνα, συμπλήρωσέ το μόνος σου. Αφού το «έδεσε» καλά όπως μας είπε, το πήγε μόνος του στο κατάστημα ΠΡΟ ΠΟ των αδερφών Καμποσιώρα που ήταν απέναντι, γιατί έτσι έπιαναν τα… γούρια.
            Την Κυριακή ο αγώνας έληξε ισόπαλος (1-1 με γκολ του Κουτσογιάννη). Ο «άσσος» του Παναιτωλικού, το ακλόνητο στάνταρ, «έσπασε». Από το ΠΡΟ ΠΟ δεν περιμένουμε τίποτα, καθώς χάσαμε και άλλους 5-6 αγώνες, αλλά επιπρόσθετα χάσαμε και το πριμ που υπήρχε από τη διοίκηση σε περίπτωση νίκης. Η μεγαλύτερη βέβαια πίκρα μας ήταν που χάσαμε τους βαθμούς. Όπως λοιπόν είμαστε και οι «7» έξω από τα αποδυτήρια, κακόκεφοι, άφραγκοι και κλαίγοντας τη μοίρα μας, κάποιος πρότεινε να πάμε μια βόλτα στο πάρκο. «Τι βόλτα ρε» λέει ο Μήτσος, «αφού δεν έχουμε να πάρουμε ούτε στραγάλια με σταφίδα από τον Μπάρμπα – Αντρέα Καπνίση, που έχει το καραβάκι την «Έλλη». «Πάμε στα σπίτια μας» συμπληρώνει, «να ρίξουμε και καμμιά ματιά στα βιβλία γιατί αύριο μας περιμένει ο Καραβάνας, η Κονιαβίτου, οΚοτζαμάνης, ο Κωσταράς…»
            Η παρέα διαλύθηκε και ο καθένας πήρε το δρόμο του. Για ένα διάστημα, εγώ με τον Μήτσο βαδίσαμε προς την ίδια κατεύθυνση, και λέγαμε για τις χαμένες ευκαιρίες με τη Θύελλα, το δοκάρι, την κακή απόδοση που είχαμε, το ρίξαμε όμως και λίγο στην ατυχία. Πλησιάζοντας προς το σπίτι μου, κάνει μια στάση ο Μήτσος και μου λέει: «Έχω την εντύπωση ότι κατάλαβες για την πλάκα που κάνω, ότι πιστεύω στα γούρια, η ότι πίσω από τα όνειρα βλέπω μηνύματα του μέλλοντος που με επηρεάζουν,και ότι γενικά είμαι προληπτικός. Γέλασα πολύ με τον Δρόσο που ήθελε να συνεταιριστώ με τη γειτόνισσά του τη Μαΐστρα». Του απάντησα «Ρε Μήτσο, μερικές φορές τα λες και εσύ τόσο πειστικά λες και το νιώθεις».
            Φτάνοντας έξω από το σπίτι μου, εντελώς ξαφνικά μου λέει: «Πάω κινηματογράφο στο ΑΤΤΙΚΟΝ, παίζει το westsidestoryμε τη Νάταλι Γούντ και τον Τζορτζ Τσακίρη, αύριο θα το κάνω σκαστό. Πες στην Κυρά Καλλιόπη – το όνομα της μητέρας μου – την παρακαλώ να σου δώσει ένα τάλιρο και φέρτο». «Εντάξει ρε Μήτσο αλλά πως άλλαξες ξαφνικά γνώμη;» «Γιατί αύριο» μου είπε «θα με σηκώσουν όλοι και θα πάει η μονάδα σύννεφο». «Πως το έβγαλες το συμπέρασμα αυτό;» του λέω. Και ευθύς μου απαντά: «Την είδες τη γάτα λίγο πριν που πήδηξε το φράχτη;» «Την είδα» του λέω «και μάλιστα είναι δική μου, πάω να την ταΐσω». «Δική σου ή ξένη είναι μαύρη ρε μ@λ@κ@» μου λέει «και θέλεις να έρθω αύριο σχολείο;»
Α ρε αδιόρθωτε παικταρά Μητσάρα!
Βασίλης Σταρακάς, παλαίμαχος ποδοσφαιριστής Παναιτωλικού
Υ.Γ. Θα ακολουθήσουν και άλλα συμβάντα, Παναιτωλικά αλλά και μαθητικά

error: Content is protected !!