1η Ιανουαρίου 1823 – Το καλύτερο πρωτοχρονιάτικο δώρο για τους Μεσολογγίτες

98

Πορεία των Τούρκων προς Μεσολόγγι

Όταν, μετά την πτώση του Αλί, ο Χουρσίτ πασάς πήγε στην Λάρισα, για να ετοιμάσει εκεί πολυάριθμο στρατό, άφησε πίσω του τον Ομέρ – πασά Βρυώνη και τον Ρεσίτ πασά ή Κιουταχή. Μετά την παράδοση της Κιάφας και την διάλυση των ελληνικών στρατευμάτων, διάχυτη ήταν η πεποίθηση ότι οι Τούρκοι θα υποτάξουν δια πυρός και σιδήρου τους επαναστάτες. Γι’ αυτόν ακριβώς τον φόβο πολλοί αμαρτολοί έπαιξαν «τα καπάκια», ενώ οι αγνοί πατριώτες της δυτικής Ρούμελης έβαζαν φωτιά στα χωριά τους κι έφευγαν μακριά από του Τούρκου την προσβλητική παρουσία.

Έτσι, παρά την ρητή υπόσχεση του Βρυώνη ότι «έχει πληρεξουσιότητα παρά τον κραταιού αυτού κυριάρχου να συγχωρήση αυτοίς τας μέχρι της ώρας εκείνης εκνόμους και ανόητους πράξεις κατά των καθεστώτων, φθάνει μόνον να καταθέσωσι τα όπλα και αναλάβωσι τας συνήθεις ειρηνικάς εργασίας των», οι γενναίοι Ρουμελιώτες ρημάζουν τις περιουσίες τους και παίρνουν τα βουνά. Το Αγγελόκαστρο, η Στάμνα, ο Άγιος Ηλίας, η Γουριά, η Μαστρού, η Μαγούλα, το Νεοχώριο παραδόθηκαν στις φλόγες, όταν οι Τούρκοι μπήκαν και στάθμευσαν στο Βραχώρι. Οργισμένος κι έκπληκτος ο Βρυώνης έβλεπε από μακριά τα καιγόμενα χωριά.

Σιωπηλός δε και κατηφής διέταξε την προέλαση, μουρμουρίζοντας ότι «άνθρωποι που καίουν τα σπίτια των και την περιουσίαν των, ελογάριασαν όλους τους κινδύνους και τα επακόλουθα ενός τοιούτου αγώνος και, βεβαίως, έλαβον την απόφασιν να μη ακούσουν τοιαύτας προτάσεις».

Αφού άφησαν ικανή φρουρά στο Βραχώρι (μεταξύ των οποιών και τον Βαρνακιώτη), οι Τούρκοι του Βρυώνη προχώρησαν νοτιότερα. Στα γεφύρια του Αλαήμπεη τους κράτησε μια μέρα ο Μ. Μπότσαρης διάφοροι άλλοι οπλαρχηγοί, όπως ο Τσόγκας, ο Βλαχόπουλος κι ο Μακρής, έπιασαν άλλες θέσεις με την ελπίδα να καταφέρουν ν’ αντισταθούν. Δυστυχώς όμως οι υπέρτερες τουρκικές δυνάμεις προελαύνουν (και να σκεφθεί κανείς ότι ακολουθούσαν και Έλληνες αρματολοί, όπως ο Μπακόλας, ο Ίσκος, ο Ράγκος, ο Βαλτινός…).

Μετά από εικονική αντίσταση το Αιτωλικό πέφτει. Πολλοί οπλαρχηγοί ξανασκορπίζουν. Ο Μάρκος με τον Μαυροκορδάτο μπαίνουν στο Μεσολόγγι, μαζί κι ο Κίτσος Τζαβέλλας.

Οι Τούρκοι έξω από το Μεσολόγγι.

Καθώς ξέρουμε οι πρόκριτοι του Μεσολογγίου είχαν στοιχειωδώς οργανώσει την άμυνα της πόλης από τον Ιούλιο του 1821. Η οχύρωση όμως αυτή δεν παρείχε στον Μαυροκορδάτο εμπιστοσύνη. Μολονότι οι Μεσολογγίτες επισκεύαζαν το φρούριο και καθάριζαν την τάφρο, ο απειροπόλεμος πολιτικός δεν ήταν δυνατό να κατανοήσει από πριν, πόση σημασία θα είχε για την επανάσταση η ταπεινή αυτή προσωπική εργασία των Μεσολογγιτών. Μάλιστα, λίγο πριν οι Τούρκοι φθάσουν έξω από την πόλη, κατά τον μήνα Σεπτέμβριο, έγραφε στον αρχιστράτηγο, τότε, της δυτικής Ελλάδος Βαρνακιώτη: «πόσον με ετάραξεν η διάλυσις του στρατοπέδου του Πλατάνου, είναι αδύνατον να σε περιγράψω, μάλιστα όταν είδα το μωρόν και ανόητον σχέδιον της οχυρώσεως του Μεσολογγίου έγινα άλλος εξ αλλού. Έγραψα και εις τον Μακρήν και εις όσους το εστοχάσθην αναγκαίον, αποδεικνύων ότι τα φυσικά σύνορα, τα οποία πρέπει να διαφεντεύσωμεν είναι η Λαγκάδα (στο Μακρυνόρος) και το Ξηρόμερον, και όταν δεν εμπορέσωμεν να βασταχθώμεν εις τα γεφύρια, τα περάσματα του ποταμού και τα δυνατότερα μέρη του Βλοχού και Αποκούρου και όχι εις χώρες, όπου και δέκα χαντάκια αν κάμωμεν, δεν κατορθώνομεν τίποτε». Χωρίς στρατιωτική σκέψη ο άνδρας αυτός δεν ήταν σε θέση να προφητέψει, σαν άλλος Κολοκοτρώνης, που ο εχθρός θα μπορούσε ν’ αντιμετωπιστεί. Και μόνον όταν οι διωγμένοι από την πατρίδα τους Σουλιώτες κατέφυγαν στο Μεσολόγγι (χωρίς άλλη ελπίδα) και όταν ο Μεγαπάνος του παρέστησε το δυνατό της αντιστάσεως εκεί (ακμαίο ηθικό των Μεσολογγιτών, ύπαρξη πολεμοφοδίων και τροφών, ελλείψει προσκομμάτων από αμάχους μια κι είχαν φύγει από την πόλη), μόνο τότε ο Μαυροκορδάτος αποφάσισε ν’ αμυνθούν οι Έλληνες στο Μεσολόγγι.

Αλλά κάτω από ποιες συνθήκες αποφάσιζαν Μεσολογγίτες, Σουλιώτες και Μαυροκορδάτος ν’ αμυνθούν;

Το φρούριο ήταν κατά τον Σπ. Τρικούπη, «τείχος απύργωτον επί σαθρών θεμελίων, τεσσάρων ποδών ύψος και δύο πλάτος έχον εν μέρει πέτρινον και εν μέρει πλίνθινον, εφ’ ου έκειντο 14 παλαιά κανόνια σιδηρά». Οι ένοπλοι άνδρες δεν ξεπερνούσαν τους 360 «τον μεν Μαυροκορδάτον μόνον ηκολούθησαν υπό τον Κατσαρόν, το δε Μάρκον και Κίτσον 35 οπλοφόροι». Τότε λέει ο Τρικούπης, «ο Μαυροκορδάτος και οι ρηθέντες οπλαρχηγοί εκάλεσαν εις συμβούλιον τον εν τη πόλει αρχιεπίσκοπον Πορφύριον και τους προεστώτας αυτής Ιωαν. Τρικούπην, Αναστ. Παλαμάν, Πάνον Παπαλουκάν και Αθαν. Ρατζηκότσικαν και τους εύρον ομογνώμονας. Ερωτηθείς και ο λαός συνεπευφήμησε και αυτός όλος, προθυμηθείς, να συγκαρτερήση μέχρι τέλους. Αφού δε απεστάλησαν εις Επτάνησον οι πλείστοι των γερόντων, των γυναικών, των παιδιών και των ασθενούντων, δια τινων κρυπτών διαύλων, ηριθμήθησαν οι δυνάμενοι εκ των απομεινάντων να φερώσι όπλα και ευρέθησαν όλοι 360, εν οις και οι ανωτέρω φρουροί και οπλοφόροι. Ευρέθησαν δε και τροφαί και πολεμοφόδια ενός μηνός».

Ο τουρκικός στρατός του Κιουταχή και του Βρυώνη ανερχόταν στις 12.000 περίπου. Είχαν μαζί τους 11 κανόνια και 4 βομβοβόλα. Στο Μεσολόγγι έφθασαν στις 21 Οκτωβρίου. Δεν βρήκαν αντίσταση. Προχώρησαν τότε ανατολικά στο Μποχώρι και στον Γαλατά. Στις 25 Οκτωβρίου ξανάρθαν και στάθμευσαν αυτή την φορά έξω από το Μεσολόγγι: ο μεν Βρυώνης με τους Έλληνες οπλαρχηγούς πάνω από τον Αι-Δημήτρη, ο δε Κιουταχής με τους Αλβανούς οπλαρχηγούς στον Άγιο Αθανάσιο. Την ίδια μέρα κατέπλευσαν έξω από την λιμνοθάλασσα 25 πλοία με τον Γιουσούφ – πασά. Έτσι ο κλοιός ολοκληρώθηκε. Εκείνη τη νύχτα υψώθηκαν σ’ απόσταση βολής από τα τείχη τα κανοστάσια του εχθρού.

Η Ά πολιορκία, αρχίζει και εξελίσσεται

Το κύριο βάρος των πολιορκούμενων το βαστούν, ως είναι φυσικό, οι Μεσολογγίτες, καθόσον οι ξένοι δεν υπερέβαιναν τους 70. Επικεφαλής είναι ο πρόκριτος τους Αθαν. Ρατζηκότσικας με υπαρχηγό τον αδελφό του Γιαννάκη. Αρχηγός των πυροβολητών ο Αν. Παπαλουκάς. Αρμόδιος για τον ανεφοδιασμό ο Αναστ. Λόντος. Στην Κλείσοβα εξ άλλου (που είχε τότε περιφέρεια 300 βήματα) πάνω σ’ ένα ψευτοτείχος, ύψους μιας οργυιάς, ήταν στημένα 4 κανονάκια και γύρω-γύρω είχαν μπηχτεί πάσσαλοι σ’ έξι παράλληλες σειρές και σε τέτοιο ύψος, που το κεφάλι τους να μην εξέχει από την λιμνοθάλασσα – έτσι ώστε να περιβάλλεται το νησάκι από το πιο πρωτότυπο είδος ναρκοπεδίου. Το Βασιλάδι, στην άλλη μεριά της λιμνοθάλασσας, με περιφέρεια 150 περίπου βήματα, ήταν ζωσμένο από ένα πέτρινο και αρκετά γερό τείχος απ’ την εποχή του Αλί Πασά.

Από την πρώτη μέρα της πολιορκίας οι Τούρκοι άρχισαν πυκνούς κανονιοβολισμούς και ασύντακτες εφόδους. Είναι γεγονός ότι υπήρχε διάσταση απόψεων ως προς την στρατηγική τακτική που θα ακολουθούσαν οι Τούρκοι, διότι :

α) Ο Κιουταχής κι ο ναύαρχος υποστήριζαν ότι έπρεπε να καταλάβουν την πόλη με γενική έφοδο.

β) Ο Βρυώνης, μη θέλοντας την καταστροφή της πόλης και μη ξέροντας το ολιγάριθμο των αντιπάλων, επέμενε να παρθεί η πόλη με διαπραγματεύσεις.

Οι πολιορκούμενοι επωφελήθηκαν στο έπακρο από την διχογνωμία των πολιορκητών και καμώθηκαν πως υποχωρούν στις διαπραγματεύσεις. Αρχικός συζητητής ακι εντολοδόχος των Τούρκων ήταν ο Βαρνακιώτης. Έγραψε λοιπόν ο Βαρνακιώτης στον Ρατζηκότσικα, αλλά απόκριση δεν πήρε…Τότε ο Βρυώνης διόρισε δεύτερο διαπραγματευτή του τον γνώριμο του Μάρκου Άγο Βασιάρη. Πράγματι, Άγος και Μάρκος συναντήθηκαν έξω από το φρούριο σ’ απόσταση βολής πιστόλας. Ο Άγος διαβεβαίωσε τον Μπότσαρη εξ ονόματος των πασάδων ότι θα δώσουν όχι μόνο γενική αμνηστία αλλά και δικαίωμα φυγής σ’ όσους επίσημους άνδρες ήθελαν. Το κουβεντολόι κράτησε 2-3 ημέρες. Ο Μάρκος με δεξιοτεχνία παρέτεινε τις διαπραγματεύσεις έχοντας σ’ αυτό σύμφωνο τον Μαυροκορδάτο. Κι όταν κάποτε οι συζητήσεις υποτίθεται πως κατέληξαν σε συμφωνίες περί των όρων και του τρόπου παράδοσης της πόλης, ήταν τόσος ο ενθουσιασμός των Τούρκων, ώστε οι σαλπιγκτές σάλπιζαν χαρμόσυνα σα να επρόκειτο η πόλη να παραδοθεί. Μάλιστα στο σημείο αυτό έγινε μια αναπάντεχη παρεξήγηση στις τάξεις των πολιορκούμενων. Διαδόθηκε ξαφνικά στην πόλη ότι επίκειται η παράδοση της στους Τούρκους από τον Μπότσαρη και τον Μαυροκορδάτο!…Μεγάλη ταραχή διαχύθηκε σαν αστραπή. Οι Μεσολογγίτες μαζεύτηκαν στο Διοικητήριο. Ο Ρατζηκότσικας – που λόγω της ψυχρότητας που έτρεφε για τον Μαυροκορδάτο δεν ήξερε τι πραγματικά γίνεται – πήρε τον λόγο και με βροντώδη φωνή χαρακτήρισε «άτιμο» αυτόν που έχει βάλει στο μυαλό του την παράδοση του Μεσολογγίου.

Όπως και να ‘χει όμως το πράγμα, το ευτύχημα για τους πολιορκούμενους είναι ότι κερδήθηκε πολύτιμος χρόνος και κατέφθασαν οι αναμενόμενες επικουρίες. Στις 8 Νοεμβρίου φάνηκαν έξω από τη λιμνοθάλασσα υδραίικα και σπετσιώτικα πλοία, λύνουν το θαλάσσιο αποκλεισμό του Γιουσούφ κι αποβιβάζουν 700 Μωραΐτες με αρχηγούς τον Πετρόμπεη, τον Ανδρέα Ζαΐμη και τον Κανέλλο Δεληγιάννη. Καταφθάνουν ακομα από ξηράς, αφού ξέφυγαν την προσοχή των Τούρκων, οι Δημ. Μακρής και Τσόγκας με αρκετούς Ρουμελιώτες. Τέλος πατούν στο Μεσολόγγι κι άλλοι 1.000 Πελοποννήσιοι με τον Λόντο. Έτσι οι άνδρες της Φρουράς του Μεσολογγίου έφτασαν αιφνιδίως στις 2.500 ψυχές. Και δεν ήταν μόνον το έμψυχο υλικό που αναπτέρωσε την άμυνα της πόλης, ήταν ακόμα κι ο άφθονος ανεφοδιασμός σε τρόφιμα και υλικά πολέμου μάλιστα ήρθε τότε κατάφορτο από το Λιβόρνο ένα εμπορικό πλοίο γεμάτο πυρομαχικά, που ήταν παλαιότερη παραγγελία του προορατικού Ρατζηκότσικα.

Μετά απ’ όλα αυτά κάθε προσποίηση για παράδοση και διαπραγματεύσεις εξαφανίστηκε. Η απάντηση δόθηκε αποφασιστική : «αν θέλετε τον τόπο μας, έλατε να τον πάρετε».

Οι εχθροπραξίες επαναλήφθηκαν. Έξω φρενών οι Τούρκοι πασάδες από την εξαπάτηση των Ελλήνων διέταξαν νέες εφόδους. Όμως ήταν πια αργά γι’ αυτούς. Γιατί ενώ η θέση των πολιορκούμενων είχε αφάνταστα βελτιωθεί, αντίθετα η κατάσταση στο τουρκικό στρατόπεδο όλο και χειροτέρευε: οι εσωτερικές τους διαμάχες, η αδράνεια των πολεμιστών, το πεσμένο ηθικό τους από τον ελληνικό δόλο, ο χειμώνας με τις ραγδαίες του βροχές, η πλημμελής τροφοδοσία και μισθοδοσία, μαζί με τα συμπτώματα απειθαρχίας, που συνοδεύουν όλα τα προηγούμενα, έφεραν τους Τούρκους πασάδες σε δεινή απελπισία. Υπήρξε μάλιστα κίνδυνος να διαλυθεί η στρατοπεδία τους. Μπροστά σ’ αυτό τον κίνδυνο οι πασάδες όρισαν σαν ημέρα γενικής εφόδου ανήμερα τα Χριστούγεννα, πιστεύοντας ότι λόγω της γιορτής όλοι οι Χριστιανοί θα πήγαιναν στις εκκλησιές…

Η πολιορκία λύνεται

Το απόγευμα της παραμονής των Χριστουγέννων σε κάποια συστάδα από βαλτόχορτα, κοντά στην Φοινικιά, κυνηγούσε για λογαριασμό του αφέντη του Βρυώνη ένας ταπεινός Έλληνας, ο Δημ. Γούναρης (ή Κ. Ζούκας, κατ’ άλλους). Ήταν αυτός που είχε κρυφακούσει το σχέδιο των Τούρκων. Κι ήταν αυτός που διεμήνυσε στους έλληνες το φοβερό μυστικό.

Οι Τούρκοι σαν ήρθε το σκοτάδι, άρχισαν τις προπαρασκευές τους. Όρισαν μάλιστα ειδικό σώμα Αλβανών καταδρομέων, που είχε επιφορτιστεί να στήσει κλίμακες στα τείχη, για ν’ ανέβουν. Τα μεσάνυχτα οι Αλβανοί σύρθηκαν και κρύφτηκαν κοντά στο φρούριο, μέσα σε πυκνούς θάμνους από βούρλα.

Από την άλλη μεριά οι Έλληνες διατάχτηκαν να μείνουν στις θέσεις τους, με τα πυροβόλα και τα καριοφίλια γεμάτα και γυμνά τα σπαθιά και τις πάλλες. Γύρω στις 3 τα χαράματα, όρθρου βαθέος, οι Τουρκαλβανοί όρμησαν στο τείχος με ομοβροντίες, φωνές, αλαλαγμούς και μυκηθμούς άγριων θηρίων. Ένας πυκνός φραγμός πυρών τους υποδέχτηκε ανυποψίαστους…Τα ‘χασαν. Την πρώτη σύγχυση διαδέχθηκε η πολεμική λύσσα. Οι Αλβανοί καταδρομείς κατακόπηκαν. Στο ανατολικό μέρος του τείχους, που το υπεράσπιζαν ο Δεληγιάννης, ο Μακρής και ο Γιάννης Ρατζηκότσικας έγινε η φονικότερη ανθρωποσφαγή. Στο κέντρο, όπου ο Μπότσαρης με τον Λόντο και στο δυτικό μέρος του φρουρίου, όπου ο Αθ. Ρατζηκότσικας με τον Ζαιμη, η τουρκική έφοδος ήταν εικονική.

Τρεις ώρες διάρκεσε η μάχη. Η φθορά των Τούρκων ήταν σημαντική: υπολογίστηκαν οι νεκροί και τραυματίες στους 500. Οι οπλαρχηγοί του Βάλτου Ράγκος, Ίσκος, Βαλτινός εγκατέλειψαν τον Βρυώνη και κατέλαβαν τα στενά του Μακρυνόρους.

Τις επόμενες ήμερες άρχισαν να λείπουν τα τρόφιμα. Οι θολωμένοι ποταμοί και ελεύθερα σώματα άτακτων υπό τον Γενναίο Κολοκοτρώνη και τους Χασαπαίους είχαν διακόψει τις επικοινωνίες. Η κακοκαιρία συνεχιζόταν. Οι πυρετοί μάστιζαν τους άστεγους κι απογοητευμένους Τουρκαλβανούς. Κάτω από τέτοιες συνθήκες που σκέψη για διεξαγωγή επιχειρήσεων!….Τουναντίον μάλιστα. Σαν διαδόθηκε ότι επέρχεται δρομαίος από την ανατολική Στερεά ο Ανδρούτσος για να τους διαλύσει, αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία. Κρυφά, στην θεοσκότεινη και θυελλώδη νύχτα της 31 Δεκεμβρίου 1822, οι πολιορκητές έφυγαν ντροπιασμένοι…

Οι Μεσολογγίτες βρήκαν το πρωί της 1ης Ιανουαρίου 1823 το καλύτερο πρωτοχρονιάτικο δώρο: τουρκικές σκηνές έρημες, κανόνια και πολεμοφόδια εγκαταλελειμμένα, ακόμα και έπιπλα των σκηνών των πασάδων αφημένα επί τόπου.

Οι Τουρκαλβανοί αναχώρησαν σε δύο κλιμάκια. Οι του Βρυώνη πέρασαν από την Κλεισούρα στο Βραχώρι οι του Κιουταχή πήραν τον Ζυγό του Κεράσοβου και κατέληξαν κι αυτοί στο Βραχώρι. Κι εκεί η έλλειψη τροφίμων ήταν απέλπιστικη. Σκέφτηκαν να πάνε στ’ Άγραφα με 6.000 άνδρες. Στον Αι – Βλάση όμως τους χτύπησε ο Καραισκάκης και τους γύρισε πίσω με απώλειες 200 ψυχές. Τότε υποχρεώθηκαν να διαβούν τον Αχελώο. Φουσκωμένος ήταν τις ημέρες εκείνες ο μεγάλος ποταμός. Που μέρος βατό για πέρασμα! Κι όμως, αναγκάστηκαν να περάσουν: Οι επιδεξιότεροι ιππείς μπήκαν στα θολά κι ορμητικά νερά και σχηματισαν τρεις ιπποστοιχίες για να κόβεται η ορμή του ρεύματος οι άλλοι κρατώντας τα όπλα πάνω από τα κεφάλια τους περνούσαν την παγωμένη δίνη του νερού. Πεντακόσιοι χάθηκαν στην απελπισμένη εκείνη διάβαση.

Τελικά τα θλιβερά λείψανα του υπερήφανου εκείνου στρατού έφτασαν στην Άρτα (Κιουταχής), στην Πρέβεζα (Βρυώνης) και στο αρματολίκι του Μπακόλα… Κι είναι βέβαιο, πως κανείς από αυτούς δε θα ‘μενε ζωντανός, αν οι αντιζηλίες και οι εγωισμοί άφηναν τους Έλληνες οπλαρχηγούς να δράσουν κατά την εχθρική φυγή μ’ αποτελεσματικότητα και συντονισμό.

Συμπεράσματα

Στα μέσα του 1822 ένα πικρό σύνολο στρατιωτικών αποτυχιών είχε γεμίσει απαισιοδοξία τους Έλληνες της Αιτωλοακαρνανίας. Οι εκστρατείες τους στην Ήπειρο, στο Μακρυνόρος, η άμυνα στο Ξηρόμερο όλα υπήρξαν άτυχα κι απροσδόκητα γι ‘αυτούς. Μάλιστα λίγο έλειψε να σβήσει η επανάσταση στην περιοχή, πολλοί αρματολοί συνθηκολόγησαν με τον Βρυώνη, πολλοί κλέφτες ξαναπήραν τα βουνά. Ευτυχώς όμως η προσπάθεια των Τούρκων ν’ αλώσουν το Μεσολόγγι στάθηκε μοιραία γι’ αυτούς. Το Μεσολόγγι κράτησε! Και κρατώντας έσωζε την επανάσταση στην περιοχή και γλίτωνε τον Μωριά από μια ακόμα δοκιμασία.

Σε ποιόν ανήκει η πρωτοβουλία της αντιστάσεως στο Μεσολόγγι, όταν όλη η Αιτωλοακαρνανία έχει γονατίσει στρατιωτικώς; Οι περισσότεροι ιστορικοί ή απομνημονευματογράφοι αποδίδουν την αντίσταση στην έμπνευση του Μαυροκορδάτου και στην ανδρεία του Μπότσαρη. «Τον Μαυροκορδάτον τιμώσα η Εθνοσυνέλευσις δια την εν Μεσολογγίω διαγωγήν του, υπήντησε προσερχόμενον», γράφει ο Σπ. Τρικούπης. Ωστόσο λίγος λόγος γίνεται για την ιστορική αλήθεια, που είναι τούτη: αν ο Ρατζηκότσικας και οι συμπολίτες του δεν είχαν προετοιμάσει το υποτυπώδες τείχισμα ή δεν ήταν «ομόγνωμονες», στην απόφαση για άμυνα ή δεν προσέθεταν στους 60 (όλους κι όλους) πολεμιστές του Μπότσαρη και του Μαυροκορδάτου τους δικούς τους οπλοφόρους (300 συνολικά) τότε η αντίσταση θα ήταν απραγματοποίητη, διότι ακόμα κι αυτοί που κατά τους ιστορικούς είχαν την «έμπνευση» της άμυνας, δεν θ’ αποφάσιζαν μόνοι ν’ αμυνθούν με 60 ντουφέκια.

Σωστότερο λοιπόν είναι να πούμε πως, επειδή οι Μεσολογγίτες ήταν αποφασισμένοι για τον υπέρ βωμών και εστιών αγώνα, γι’ αυτό ακριβώς οι Μαυροκορδάτος και Μπότσαρης εκτίμησαν ότι είναι δυνατή μια άμυνα στη μόνη εκείνη απροσκύνητη γωνιά της δυτικής Ρούμελης…

Δε θα ‘ταν υπερβολή να μνημονευθεί εδώ και ο πιο αφανής παράγοντας του θριάμβου του Μεσολογγίου: ο Δημ. Γούναρης! Μετά την «προδοσία» του, μαρτυρήθηκε από κάποιον Σλάβο στον αφέντη του Βρύωνη. Ίσα που γλίτωσε λιποτακτώντας. Όμως η δύσμοιρη οικογένεια του υπέστη την λύσσα του πασά. Μόνος κι έρημος πια στον κόσμο ο Γούναρης αποτραβήχτηκε πικραμένος στην απόκρημνη κλεισούρα, όπου μόνασε το υπόλοιπο της ζωής του, προσφέροντας στους κατάκοπους διαβάτες το δροσερό νεράκι από την πηγή της σπηλιάς του…

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1) ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ Χ.: ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, ΑΘΗΝΑ Χ.Χ.

2) ΣΑΘΑ Κ.: ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ, τόμοι IV, ΛΙΒΑΝΗΣ, ΑΘΗΝΑ 1995

3) ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΥΚΩΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ, ΙΙ τόμοι, ΜΕΛΙΣΣΑ, ΑΘΗΝΑ 1970

4) NTAKIN NT.: Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ 1821-1833, Μ.Ι.Ε.Τ., ΑΘΗΝΑ 1979

5) ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, τόμος ΙΒ’, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, ΑΘΗΝΑ 1975

πηγή: HistoricalQuest